Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ-ΖΥΓΟΜΑΛΕΙΑ 2013

Τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Ηπείρου γιορτάστηκαν και στον Αυλώνα στα πλαίσια των ετήσιων εορτών Ζυγομάλεια 2013. Το σχετικό αφιέρωμα οργάνωσε ο Σύλλογός μας ενώ η εκδήλωση τελούσε υπό την αιγίδα του Ν.Π.Πολιτισμού και Περιβάλλοντος Δήμου Ωρωπού. 
Το αφιέρωμα έγινε με αφορμή τη συμβολή του Μπιζανομάχου Ανδρέα Ζυγομαλά στην κατάληψη του Μπιζανίου που σηματοδότησε και την απελευθέρωση της Ηπείρου και για το λόγο αυτό του δόθηκε από την στρατιωτική διοίκηση της εποχής η Τουρκική σημαία των οχυρών του Μπιζανίου που φυλάχθηκε ως κειμήλιο από τη μητέρα του Λουκία στο Μουσείο Ζυγομαλά. Με το αφιέρωμα αυτό επίσης τιμήθηκε η μακρά παράδοση των Ηπειρωτών ευεργετών την οποία ακολούθησε και η οικογένεια Ζυγομαλά δωρίζοντας στον Αυλώνα μοναδικά μνημεία και ιδρύματα, όπως τονίστηκε στον πρόλογο της εκδήλωσης από τον εκπρόσωπο του Δ.Σ. του Συλλόγου.
Στην εκδήλωση ως βασικός ομιλητής είχε προσκληθεί από τον Σύλλογό μας εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο Λέκτορας κος Νικόλαος Αναστασόπουλος, ο οποίος και αναφέρθηκε στο χρονικό της απευθέρωσης της Ηπείρου από δυσβάστακτη δουλεία αιώνων καθώς και στη συμβολή του Ανδρέα Ζυγομαλά σε αυτήν.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του εκπροσώπου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων:

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων


Κυρίες και Κύριοι,

Ο μήνας Φεβρουάριος, τόσο για τα Ιωάννινα, όσο και φυσικά για ολόκληρη την Ήπειρο, κατέχει  ξεχωριστή θέση στη συλλογική  μας μνήμη. Μόλις φέτος, συμπληρώθηκαν  εκατό χρόνια από την ημέρα  της 21ης Φεβρουαρίου του 1913, ημέρα, δηλαδή, της ένταξης στο Ελληνικό Κράτος του Οθωμανικού, έως τότε, τμήματος της Ηπείρου. Ωστόσο, έξι αιώνες προγενέστερα, πριν ακριβώς από 583 χρόνια, στις 9 Οκτωβρίου του 1430, η κατάκτηση των Ιωαννίνων από τους Οθωμανούς και η παράδοση της πόλης στον επερχόμενο στρατό του Σινάν Πασά, τόσο σε ιστορικό, όσο και σε συμβολικό επίπεδο, συνέτεινε στην εξάρθρωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, λίγα χρόνια, μάλιστα, πριν την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως τον Μάιο του 1453.
Θα έλεγε κανείς ότι το ανωτέρω γεγονός της κατάκτησης των Ιωαννίνων επέβαλλε έναν νέο παράγοντα στην νότια Ευρωπαϊκή σκηνή. Άλλωστε, ο δρόμος για την κατάλυση του δεσποτάτου της Ηπείρου και η ολοκλήρωση της Οθωμανικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή είχε ανοίξει πριν από το τέλος του 14ου αιώνα, με την κατάκτηση της Πρεμετής και της Κορυτσάς το 1394 και ολοκληρώθηκε το 1430, όταν ο τελευταίος δεσπότης της Ηπείρου Κάρολος Β΄ ο Τόκκος εγκατέλειψε τα Ιωάννινα.
Παρά ταύτα, το γεγονός  αυτό, εκ του αποτελέσματος, δεν επέφερε  την αποσύνθεση του Ελληνικού  στοιχείου στο βορειοδυτικό άκρο του σημερινού Ηπειρωτικού χώρου. Αυτός, λοιπόν, ακριβώς θα μπορούσε να είναι ο κεντρικός πυρήνας, κατά την γνώμη μου, ή το θεμελιώδες μήνυμα του σημερινού αφιερώματος στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων τον Φεβρουάριο του 1913. Με άλλα λόγια, τα 483 χρόνια ένταξης του Ελληνισμού στους Οθωμανούς, έως δηλαδή το 1913, για την Ήπειρο, αναδεικνύουν για εμάς σήμερα, μία αφύπνιση του ελληνικού στοιχείου, πέντε περίπου αιώνων, μέσα από ένα πλαίσιο στρατιωτικό, πνευματικό και κοινωνικό. Η επίτευξη, λοιπόν, του στόχου, δηλαδή η επιτυχής έκβαση της επαναστατικής και απελευθερωτικής προσπάθειας, δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα κάποιων γεγονότων, συντονισμένων ή μη ή ακόμη και συγκυριών, που χωρίς αυτά δεν θα φθάναμε στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 1913.
Έτσι, εν πρώτοις, μέσα στον περιορισμένο χρόνο της σημερινής  ομιλίας, ας σκιαγραφήσουμε σε αδρές  γραμμές τα βασικά χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα αυτής της αφύπνισης, τα οποία οδήγησαν στα νικηφόρα αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων, έναν αιώνα μετά την Επανάσταση του 1821.
Ασφαλώς οι Βαλκανικοί πόλεμοι  του 1912 και του 1913 συνετέλεσαν αποφασιστικά σε μία μετάβαση εθνολογικής και πολιτισμικής φυσιογνωμίας. Άλλωστε, αντικατόπτρισαν την διαδικασία διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ταυτοχρόνως την σταθεροποίηση του έθνους - κράτους στην Βαλκανική, ως απόρροια, κατ’ επέκταση, αντίστοιχων φαινομένων στην κεντρική Ευρώπη. Με άλλα λόγια, θα έλεγε κανείς ότι, οι χώρες της χερσονήσου του Αίμου προσπάθησαν να καρπωθούν τόσο εδαφικά οφέλη όσο και περισσότερο πληθυσμό, τον οποίο θεωρούσαν ότι τους ανήκε γλωσσικά, θρησκευτικά και εν γένει εθνολογικά. Ως προέκταση, μάλιστα, των ανωτέρω, υπογραμμίζουμε ότι, κατά την κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων, αφενός τέθηκε, κατ’ εξοχήν, το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, το οποίο προέκυπτε από την αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και αφετέρου τα χαρακτηριστικά του όλου εγχειρήματος πήγαζαν από μία ευρύτερη διεθνή αντίληψη για εθνικοεπαναστατική δράση.
Στην περίπτωση της  Ελλάδας, πάντως, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, αναμφισβήτητα, σηματοδότησαν μία  επίπονη προσπάθεια εδαφικής ολοκλήρωσης  και αποτέλεσαν το προοίμιο του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Εστιάζοντας την προσοχή μας, κατά συνέπεια, στο Ηπειρωτικό μέτωπο, αντικατοπτρίζεται αυτή ακριβώς η πολυεπίπεδη διαδρομή, η οποία έδωσε την ευκαιρία στους Ηπειρώτες να εκπληρώσουν προσδοκίες ετών. Πάντως, για την επίτευξη του στόχου, συγκροτήθηκαν εθελοντικά σώματα από τις Ηπειρωτικές παροικίες του εξωτερικού, από ξένους πολεμιστές χωρών της Ευρώπης, ενώ κινητοποιήθηκαν και οι κάτοικοι της υπόλοιπης Ελλάδας και φυσικά της Ηπείρου, οι οποίοι σχημάτισαν αυτόνομα εθελοντικά σώματα ή εντάχθηκαν στις τακτικές μονάδες του στρατού. Πέρα από τα όσα σημειώθηκαν, κρίνεται αναγκαίο, επιπροσθέτως, να επισημανθεί ότι η ένταξη των Ιωαννίνων στην ελληνική επικράτεια υπήρξε ένα συλλογικό επίτευγμα του Ελληνικού στρατού και υπογράμμισε, στο πεδίο της μάχης, την επίτευξη του τελευταίου χερσαίου στόχου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τα λοιπά, αξίζει να τονίσει κανείς ότι το όραμα της ενσωμάτωσης των Ιωαννίνων και της Ηπείρου στην Ελλάδα, αναγόταν στους χρόνους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Είναι χαρακτηριστικό ως προς αυτό ότι, μετά την ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους το 1830, το όραμα αυτό κατείχε πρωταρχική θέση στη νεοελληνική αλυτρωτική ιδεολογία. Ομοίως, πέραν των ανωτέρω, επισημαίνουμε ότι στην εθνική αυτοσυνειδησία των Ελλήνων, τα Ιωάννινα και η ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου συνδέονταν με την εκπολιτιστική αναγέννηση της Ελλάδας, καθώς αποτελούσαν εστία της μορφώσεως κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Συνεπώς, η είσοδος των Ιωαννίνων και της Ηπείρου στο Ελληνικό κράτος, φυσιολογικά προκάλεσε, όπως ιδιαιτέρως ο τύπος της εποχής αποκαλύπτει, στο Πανελλήνιο ενθουσιασμό.
Υπό αυτό το πρίσμα, ας μεταφέρουμε, λοιπόν, εν τάχει, την σκέψη μας  στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Επικεντρώνοντας την προσοχή  μας στην περιοχή των Ιωαννίνων, υπογραμμίζουμε, εξ αρχής, ότι, από τα τέλη του 1912 οι ελληνικές δυνάμεις υποστηριζόμενες από πεδινό και βαρύ πυροβολικό, άρχισαν συντονισμένες επιθέσεις κατά των οχυρών, που διήρκεσαν ως τις 20 Φεβρουαρίου, οπότε, με την κατάληψη ορισμένων στρατηγικής σημασίας υψωμάτων κρίθηκε οριστικά η τύχη των Ιωαννίνων. Ήδη, από τις 6 Οκτωβρίου του 1912, το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου πέρασε τα ελληνοτουρκικά σύνορα και την γέφυρα της Άρτας και κατέλαβε το Γκρίμποβο. Ακολούθως, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Φιλιππιάδα και στις 21 Οκτωβρίου παραδόθηκε από την τουρκική διοίκηση η πόλη της Πρέβεζας. Κοντολογίς, μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα ακολούθησε η απελευθέρωση του Μετσόβου, του Συρράκου και προς τα τέλη Νοεμβρίου του 1912 καταλήφθηκαν από τα ελληνικά στρατεύματα τα υψώματα του Δρίσκου, πλησίον των Ιωαννίνων.
Πάντως, προχωρώντας στην διερεύνηση των ανάλογων ιστορικών  δεδομένων που ανακύπτουν από  την μελέτη των αρχειακών πηγών  και της σχετικής βιβλιογραφίας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι  ο Εσάτ Πασάς, αρχιστράτηγος των Οθωμανικών δυνάμεων της Ηπείρου, είχε οργανώσει εξαιρετικά αποτελεσματικά την άμυνα της πόλεως των Ιωαννίνων και αντιμετώπισε επί μήνες την πολιορκία από τις ελληνικές δυνάμεις. Ωστόσο, η γενική επίθεση του ελληνικού στρατού για την εκπόρθηση των οχυρών του Μπιζανίου, η οποία εκδηλώθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 1913, με παράλληλες επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία, είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη υψωμάτων πέριξ των Ιωαννίνων, όπως του Καστρίου, του Αγίου Νικολάου και της Τσούκας. Η έντονη, ως προς αυτό, προπαρασκευή πυροβολικού είχε ως αποτέλεσμα την ρίψη συνολικά 15.000 οβίδων, ενώ η διαταγή του διαδόχου Κωνσταντίνου, ως επικεφαλή του στρατεύματος, αφορούσε γενική επίθεση καθ’ όλη τη δυτική πλευρά του μετώπου των Ιωαννίνων. Επιπρόσθετα, υπογραμμίζουμε ότι το βράδυ της ιδίας ημέρας οι ελληνικές δυνάμεις, υπό τους ταγματάρχες Ιατρίδη και Βελισσάριο συνέχισαν την καταδίωξη των Τούρκων έως την περιοχή Άγιος Ιωάννης στα Ιωάννινα, όπου και ευρισκόταν το στρατηγείο του Εσάτ Πασά.
Ως εκ τούτου, η παράδοση των Ιωαννίνων και η συνθηκολόγηση  αποφασίστηκε το ίδιο βράδυ από τον Εσάτ Πασά και δηλώθηκε, μέσω απεσταλμένου του, στον αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων, την επομένη ημέρα, στις 21 Φεβρουαρίου. Το οριστικό πρωτόκολλο, πάντως, της παράδοσης της πόλεως των Ιωαννίνων υπογράφηκε το απόγευμα της 21ης Φεβρουαρίου στο ελληνικό στρατηγείο, το οποίο στεγαζόταν στο Χάνι Εμίν Αγά. Στα ανωτέρω, ας προσθέσουμε, επίσης ότι οι τουρκικές απώλειες ανήλθαν σε 7.500 πολεμιστές, ενώ οι ελληνικές έφτασαν τις 12.000. Ως αυτονόητο, περισσότεροι από 30.000 Τούρκοι της περιοχής των Ιωαννίνων αιχμαλωτίσθηκαν από τον ελληνικό στρατό μετά την παράδοση των Ιωαννίνων.
Ακολούθως, δυνάμεις του  στρατού προχώρησαν βόρεια για να εκκαθαρίσουν την περιοχή από  τους Οθωμανούς που δεν είχαν  ακόμη παραδοθεί. Έτσι, μέσα σε λίγες  εβδομάδες καταλήφθηκαν το Λεσκοβίκι, η Πρεμετή, η Κλεισούρα, το Μαργαρίτι, η Πάργα, οι Φιλιάτες, οι Άγιοι Σαράντα, το Αργυρόκαστρο και φυσικά η Κόνιτσα στις 24 Φεβρουαρίου. Επί του θέματος, πάντως, λαμβάνεται υπόψη και η εντολή, στις 22 Φεβρουαρίου, του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου να παραμείνουν στην περιοχή, βορείως των Ιωαννίνων, δύο μεραρχίες, ώστε να ολοκληρώσουν το έργο της εκκαθάρισης.
Κυρίες και κύριοι, σε αυτό, λοιπόν, το πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο, πραγματοποιήθηκε η τελική φάση των Βαλκανικών πολέμων στον Ηπειρωτικό χώρο, γεγονός το οποίο έτυχε, ως φυσιολογικό, εξαιρετικά θερμής υποδοχής. Οι εικόνες των στιγμών αυτών και αναλόγως ο αντίκτυπος στην κοινωνία αποτυπώθηκαν άμεσα στις σελίδες του τύπου, ελληνικού αλλά και ευρωπαϊκού. Το πρωτοσέλιδο, επί παραδείγματι, της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ αναφέροντας ότι «…τα Ιωάννινα, η πόλις των Ελληνικών ονείρων και των παραδόσεων, η περικλείουσα τας ωραιοτέρας σελίδας της εθνικής ημών ιστορίας… πίπτουσι σήμερον εις την αγκάλην της μεγάλης μητρός Ελλάδος…» αναδεικνύει σθεναρώς την ενθουσιώδη αποδοχή της είδησης τόσο από τον συντάκτη όσο βεβαίως και το προσδοκώμενο του αναγνώστη. Ομοίως, το ίδιο θριαμβευτικό κλίμα περιγράφεται και μεταξύ των μελών του Κοινοβουλίου όταν οι βουλευτές «…όρθιοι εσείοντο και εκίνουν τους πίλους των ή εχειροκρότουν και εζητωκραύαζον…». Για την ολοκληρωμένη κάλυψη, πάντως, του συγκεκριμένου θέματος, ας αναφέρουμε ότι οι περισσότερες από τις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσπάθησαν να μεταδώσουν στους αναγνώστες τους το κλίμα των ημερών, τόσο στα ίδια τα Ιωάννινα, όσο και στην Αθήνα, δίνοντας έμφαση στην ίδια την στρατιωτική επιχείρηση και όχι στην έννοια της απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τον ελληνικό τύπο. Αποδίδοντας, ενδεικτικά, την φυσιογνωμία της είδησης στις παρισινές εφημερίδες διακρίναμε ότι αυτή υπήρξε πρωτοσέλιδο στις 11 από τις 13 εφημερίδες της πόλης, με κυρίαρχη την λέξη reddition, δηλαδή την παράδοση της πόλης.
Μετά λοιπόν την παράθεση των ανωτέρω δεδομένων, δυνάμεθα, τώρα, να προσεγγίσουμε τις πτυχές εκείνες, που σχετίζονται με τα στερεότυπα της εποχής και φανερώνουν πολεμικές πρακτικές της περιόδου. Εξάλλου, οι σχετικές αρχειακές στρατιωτικές πηγές, τα δεδομένα από την Διεύθυνση ιστορίας Στρατού και η βιβλιογραφία κατ’ επέκταση, προβάλλουν, με σαφήνεια, το φαινόμενο της εθελοντικής προσφοράς και της αλληλεγγύης.
Εξειδικεύοντας την τελευταία  επισήμανση, υπογραμμίζουμε την πολεμική δράση του Ελληνοϊταλικού Σώματος των Γαριβαλδινών κατά την προσπάθεια απελευθέρωσης των Ιωαννίνων. Ειδικότερα, στην μάχη του Δρίσκου Ιωαννίνων, στις 26 και 27 Νοεμβρίου του 1912, το σώμα των Γαριβαλδινών ολοκλήρωσε την εθελοντική του συνεισφορά στον ελληνικό χώρο, μετά από ένα διάστημα περίπου μισού αιώνα παρουσίας. Εκεί, εξαιτίας της αντεπίθεσης των Τούρκων, οι απώλειες για τους Γαριβαλδινούς υπήρξαν πολλές, μεταξύ των οποίων και ο θάνατος του Γαριβαλδινού εθελοντή και ποιητή Λορέντζου Μαβίλη στις 28 Νοεμβρίου. Χωρίς αμφιβολία, επρόκειτο για ένα ακόμη παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής εθελοντικής προσέγγισης, στο πλαίσιο του ρομαντισμού που κυριαρχούσε στις αρχές του 20ού αιώνα.
Αντιστοίχως, πραγματοποιούμε  μνεία και στο έτερο εθελοντικό σώμα που επικούρησε την πολεμική διαδικασία στα Ιωάννινα, δηλαδή, το «Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών», το οποίο αποτελούνταν από 3.500 άτομα. Το εν λόγω σώμα, πολέμησε σταθερά σε αρκετές συρράξεις, από την μάχη των Πέντε Πηγαδίων στις 22 Οκτωβρίου του 1912 έως την τελική μάχη του Μπιζανίου. Μάλιστα, στις τάξεις του συγκεκριμένου σώματος κατατάχθηκε ως εθελοντής και πολέμησε στα βουνά της Ηπείρου και ο Γεώργιος Θεοδωράκης, πατέρας του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος τραυματίστηκε βαριά στις 8 Οκτωβρίου του 1912, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μπιζανίου. Αξίζει, πάντως, να αναγνώσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το πολεμικό ημερολόγιο του Γεωργίου Θεοδωράκη, στο οποίο περιγράφει με ιδιαίτερη θέρμη την μετάβασή του προς τα Ιωάννινα από την Αθήνα που ευρισκόταν. Γράφει ειδικώς: «… Σήμερον είναι η ημέρα καθ’ ην εξεπληρώθη ο πόθος μας όπως και ημείς αποσταλώμεν εις τα πεδία των μαχών και εκπληρόσωμεν το καθήκον μας. Είναι απερίγραπτος η χαρά, ο ενθουσιασμός και η συγκίνησις ήτις μας κατέχει διασχίζοντας τας Αθηναϊκάς οδούς και άδοντας το αρκετά εκφραστικόν τετράστιχον: Στα Γιάννενα θα πάμε να πολεμήσωμε, ή όλοι θα χαθούμεν ή θα νικήσωμε…».
Συνεχίζοντας στο πεδίο, συνεπώς, των επιμέρους τεκμηρίων  διαπιστώνουμε και την ανάλογη εθελοντική συνεισφορά στο μέτωπο των Ιωαννίνων και του Ανδρέα Ζυγομαλά, μοναδικού υιού του Αντωνίου Ζυγομαλά, βουλευτή Αττικοβοιωτίας, Υπουργού Παιδείας, ∆ικαιοσύνης και Εσωτερικών και της Λουκίας Μπαλάνου, απογόνου της γνωστής γιαννιώτικης οικογένειας. Αποτυπώνεται με σαφήνεια, κατ’ αρχάς, η αναμενόμενη απόδοση της εθελοντικής διάθεσης για πολεμικούς σκοπούς, ως απόρροια των ρομαντικών επιρροών, που υπέθαλπαν τα επαναστατικά κινήματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Εν προκειμένω, ο Ανδρέας Ζυγομαλάς έχοντας εκπληρώσει την στρατιωτική του θητεία κατατάχθηκε, εκ νέου, στις τάξεις του στρατού εθελοντικά κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Μάλιστα, ζήτησε να πολεμήσει στο Μπιζάνι, όπου ήταν αφενός το βασικό μέτωπο με την οθωμανική πλευρά και αφετέρου ο τόπος καταγωγής της μητέρας του. Ενδεικτικό, ωστόσο, της θέλησης και του ηρωισμού του νεαρού Ζυγομαλά υπήρξε η απόδοση του βαθμού του ανθυπολοχαγού «επ’ ανδραγαθία» από το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Άλλωστε, η ομάδα του Ανδρέα Ζυγομαλά ήταν εκείνη η οποία κατέλαβε το ύψωμα του Μπιζανίου και ο νεαρός Ανδρέας ήταν εκείνος, ο οποίος υπέστειλε την Τουρκική σημαία των οχυρών του Μπιζανίου. Για αυτήν του πράξη, μάλιστα, ως τιμητική απόληξη, η στρατιωτική διοίκηση του επέτρεψε να κρατήσει την σημαία ως λάφυρο πολέμου, με αποτέλεσμα, σήμερα, η τουρκική σημαία μαζί με τα εκτεθειμένα όπλα του και τις στολές του να φυλάσσονται στο Μουσείο Ζυγομαλά.
Επί της ουσίας, πάντως μέσω αυτής της δράσης του νεαρού Ανδρέα Ζυγομαλά, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή, ευρισκόμενος αποκεφαλισμένος, στη Νιβίτσα της Βορείου Ηπείρου, στις 31 Ιουλίου του 1914, κατά τον Βορειοηπειρωτικό αγώνα, αποκαλύπτεται ο διαφορετικός με σήμερα κόσμος της εποχής εκείνης, η διαφορετική νοοτροπία, η διαφορετική εν γένει προσέγγιση της πραγματικότητας, που πηγάζει από την έννοια της αλληλέγγυας συμπόρευσης, τις αξίες των αρχών του 20ού αιώνα και εν τέλει τον πολεμικό ενθουσιασμό.
Θα ήταν χρήσιμο, ωστόσο, να προβούμε, εν τάχει, σε κάποιες επισημάνσεις σχετικά με την ίδια την αλληλογραφία του Ανδρέα Ζυγομαλά, ώστε να διαπιστώσουμε ευκρινώς τις ανωτέρω αξιακές επιδράσεις, τις πολιτικές επιρροές και το προσδοκώμενο του ιδίου του συντάκτη. Άλλωστε, στις επιστολές του Ανδρέα Ζυγομαλά και το πολεμικό ημερολόγιό του, αντικατοπτρίζονται πτυχές της εξέλιξης της πολεμικής διαδικασίας, όπως και η αποφασιστικότητα για την απελευθέρωση των Ελληνικών εδαφών. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελούν μία πλεονεκτική σύνθετη εστία πληροφοριών, η οποία συμβάλλει στην ανίχνευση των όρων και των πολεμικών κωδίκων της εποχής.
Σε αυτό, λοιπόν, το έκρυθμο πολεμικό κλίμα, τον Δεκέμβριο του 1912, σε επιστολή προς τους γονείς του, επί παραδείγματι, ο Ανδρέας Ζυγομαλάς αναφέρει με παραστατικό τρόπο και ενθουσιώδη διάθεση: «…Αγαπητοί μου γονείς εξακολουθεί η ίδια κατάστασις. Τα πράγματα όμως είναι πολύ καλύτερα τώρα... Από όλους τους αιχμαλώτους πληροφορούμεθα ότι το ηθικόν του Τουρκικού Στρατού είναι αισχρόν… Οι στρατιώται αναφανδόν ζητούν την παράδοσιν των Ιωαννίνων. Είναι άλλωστε φανερόν ότι αι υπό των αιχμαλώτων διδόμεναι πληροφορίαι δεν στερούνται ακρίβειας εκ του ότι τας πρώτας ημέρας οι Τούρκοι επετίθεντο λυσσωδώς μετά θάρρους αξιοθαύμαστου και εκπληκτικού ηρωισμού… Το πυροβολικόν μας μετά πολλού κόπου κατόρθωσε να παραταχθή. Παρετάχθη έναντι του Μπιζάνιου απόστασιν 4.500μ. Σήμερον δε το πρωί ήρχισαν αι ομοβροντίαι... Αχ! Αυτός ο ορίζων! Εμπρός το δάσος με τις βελανιδιές. Ολίγον πάρα πίσω το χωρίον Κοπάνι και πάρα πίσω ακόμη το χιονισμένο βουνό. ∆εξιά τα βουνά της Μανωλιάσσας, το Καστράκι. Απέναντι άλλο δάσος με μικρές βελανιδιές και αριστερά τα Πεστά και το περιώνυμον πλέον Χάνι Εμίν Αγά... Η ημέρα περνά εν μεγίστη μονοτονία… Τώρα ευρήκα μίαν άλλην διασκέδασιν… Κάθε βράδυ το σκάω και από τας 6μ.μ. έως τας 12 και κάθημαι εις το Χάνι Εμίν με διασκεδαστικήν συντροφιά… Μόνον σεις δεν δικαιούσθε να είσθε δυσαρεστημένοι από αυτήν την ευχάριστον κατάστασιν... Η μαύρη αλήθεια είναι ότι άγαν επεθύμησα το υποστεφές Άστυ και ιδίως τους κατοικούντας ή μάλλον τας κατοικούσας αυτό. Αλλά τι να γίνη; Και αυτό θα περάση... Μην ξεχάσετε τα ρούχα και τα χρήματα. Το παιδί σας, Ανδρέας Ζυγομαλάς»
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, από όσα αναφέρθηκαν ότι, η ανωτέρω επιστολή εκφράζει έναν συμβολισμό ή ορθότερα πολλαπλούς συμβολισμούς και δεν έχει απλά έναν ιστορικό χαρακτήρα. Αποκαλύπτει την πρόσληψη της πραγματικότητας, όπως οι γενικότερες αντιλήψεις σε πολιτικοστρατιωτικό επίπεδο κυριαρχούσαν και όπως τα ιδανικά της εποχής εκείνης επέβαλαν.
Εν κατακλείδι, ως απόρροια των ανωτέρω, ας έλθουμε λίγο στο σήμερα, σε μία εποχή ανασφάλειας και προβλημάτων. Το παράδειγμα της πορείας του Ανδρέα Ζυγομαλά και η ενθύμηση της ένταξης των Ιωαννίνων στο ελληνικό κράτος, φανερώνει μηνύματα και ενσαρκώνει ερεθίσματα. Άλλωστε, 100 χρόνια από τότε, η χώρα μας ευρίσκεται στο επίκεντρο μίας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης, με επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και την κοινωνική ειρήνη και με ορατό τον κίνδυνο ρήξης της κοινωνικής συνοχής.
Τώρα, λοιπόν, οι πολίτες  επιδιώκουν να ανακτήσουν την ελπίδα τους και η χώρα μας οφείλει να έχει ως στόχο να κατακτήσει και πάλι την αξιοπρέπειά της. Συνεπώς, το θεμελιώδες, δίδαγμα το οποίο αποτυπώνεται μέσα και από το τοπικό παράδειγμα του Ανδρέα Ζυγομαλά και την απελευθέρωση κατ’ επέκταση των Ιωαννίνων το 1913, για την σύγχρονη εποχή μας, είναι η σημασία της ενότητας, της εργασίας, της αισιοδοξίας, της επιμονής σε έναν καθαρό στόχο, όπως ήταν ο χαρακτήρας των Βαλκανικών πολέμων του 1912 και του 1913. Ως εκ τούτου, αυτό ακριβώς το δίδαγμα είναι σήμερα η βάση της προσδοκώμενης ανόρθωσης, με στόχο την αλληλεγγύη, την πνευματική καλλιέργεια και την οικονομική εξυγίανση.
Για να αποκτήσουμε όλα  αυτά, λοιπόν, πρέπει να είμαστε διορατικοί. Και εδώ, η ελληνική ιστορία έρχεται  σταθερός βοηθός σε αυτήν την προσπάθεια. Η ένταξη της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος, εν προκειμένω, με τα μηνύματα της ελπίδας και της επίτευξης των στόχων που την συνοδεύουν.
Το οφείλουμε στους  εαυτούς μας, στους προγόνους  μας, στα παιδιά μας και το αποτέλεσμα θα είναι ανάλογο.
Σας ευχαριστώ.

Η Χορωδία του ΚΑΠΗ Αυλώνα υπό τη διεύθυνση της κας Αθανασίας Βόγγλη έψαλε μετά το τέλος της ομιλίας, τον Ύμνο προς τον Ανδρέα Ζυγομαλά, μουσικό έργο που γράφτηκε από τον Λυκορτά το 1914 μετά τον θάνατο του Ανδρέα. 
Στη συνέχεια ακολούθησε μουσικοχορευτικό αφιέρωμα με επετειακούς χορούς και τραγούδια από την Ήπειρο από την ορχήστρα παραδοσιακής μουσικής του κου Θανάση Μίχα, που μετέφεραν στην κατάμεστη πλατεία Ζυγομαλά το Ηπειρώτικο κλίμα. Συμμετείχαν η Χορευτική Ομάδα του Συλλόγου μας με Δασκάλα τη κα Γιούλη Νταβαρία και η Χορευτική Ομάδα του Επιμορφωτικού και Εκπολιτιστικού Συλλόγου Δροσιάς Χαλκίδας με Δάσκαλο τον κο Δημήτριο Ελευθερίου. 

Στην εκδήλωση παρέστησαν ο αιδεσιμότατος Αθ. Χρυσούλας, ο Δήμαρχος Ωρωπού, ο Αντιδήμαρχος Αυλώνα, οι εκπρόσωποι των Δημοτικών παρατάξεων κος Γιασιμάκης και Χασιώτης, η Διευθύντρια του Μουσείου Ζυγομαλά, δημοτικοί σύμβουλοι Ωρωπού και τοπικοί σύμβουλοι Αυλώνα και πλήθος κατοίκων του Αυλώνα μελών και φίλων του Συλλόγου.

























O εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων





H Χορωδία ΚΑΠΗ Αυλώνα

O Ύμνος στον Ανδρέα Ζυγομαλά






 Τα αναμνηστικά δώρα που δόθηκαν στον εκπρόσωπο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στον Πολ. Σύλλογο Δροσιάς Χαλκίδας και στον εκπρόσωπο του ΚΑΠΗ Αυλώνα ήσαν χειροποίητες δημιουργίες της Ομάδας Λαογραφικού Εργοχείρου του Συλλόγου


Απονομή αναμνηστικού στον εκπρόσωπο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από την Διευθύντρια του Μουσείου Ζυγομαλά κα Έφη Κρέμου