Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΠΑΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

Mε μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη λάβαμε και δημοσιεύουμε από τον καθηγητή φιλόλογο, κύριο Λεωνίδα Πυργάρη την παρακάτω επιστολή και ιστορικό υλικό για την απελευθέρωση της Ηπείρου ευχαριστώντας τον για την ευγενική πράξη του.

Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
Χίος
                                             Χίος: 1η Σεπτεμβρίου 2013    
Προς: Σύλλογο Αυλωνιτών      
                                                        «Το Σάλεσι»              
    
Αξιότιμοι Κύριοι,                                                                                                                                  

   Με την ευκαιρία τών «Ζυγομαλείων 2013», που διοργανώνετε σε συνεργασία με το Δήμο Ωρωπού, το Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013, σας αποστέλλω πρωτογενές ιστορικό υλικό σχετικό με τον Ηπειρωτικό Πόλεμο 1912-13, το οποίο μπορείτε να αναρτήσετε στην ηλεκτρονική σας ιστοσελίδα προς μελέτη και ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου.
   Το συγκεκριμένο ιστορικό υλικό προέρχεται από το σπάνιο – ίσως και ανύπαρκτο ή υπαρκτό σε ελάχιστα αντίτυπα – βιβλίο τού Σίμωνος Μολοσσού «Ιστορία τού Βαλκανοτουρκικού πολέμου 1912-13, Τόμος 2, Εκδοτικός Οίκος Δράκου Παπαδημητρίου, Αθήναι».

   Οι σελίδες, που μετέφερα πιστά από το πρωτότυπο, αναφέρονται:
   α) στην ιστορία τής πόλεως τών Ιωαννίνων από το Μεσαίωνα και τη Βυζαντινή περίοδο μέχρι και το 19ο αιώνα.
   β) στην επίθεση τού Ελληνικού στρατού κατά τών τουρκοκρατούμενων Ιωαννίνων τον Οκτ. 1912, υπό την αρχιστρατηγία τού Κ. Σαπουντζάκη.
   γ) στις δηώσεις και λεηλασίες τών ελληνικών χωριών τής Ηπείρου από τουρκικά στρατεύματα με την αγαστή συνέργεια και Αλβανών ατάκτων.
   δ) στην αποστολή ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στην Ήπειρο, κυρίως από την Κρήτη, προς αντιμετώπιση τών Τουρκαλβανών.
   ε) στις αλλεπάλληλες κατά τού Μπιζανίου και των ερεισμάτων του αποτυχούσες ελληνικές εφόδους από 1ης Δεκ. 1912, ύστερα από την ενίσχυση τού μετώπου τής Ηπείρου από τέσσερις ακόμα Μεραρχίες.
 στ) σε αναλυτική περιγραφή τών οχυρωματικών έργων τού Μπιζανίου.
  ζ) σε αναλυτική περιγραφή τών οχυρωματικών έργων ολόκληρης τής πόλεως τών Ιωαννίνων.
  η) στην άφιξη τού Αχιστρατήγου Κωνσταντίνου στην Ήπειρο και στο συντονισμό τών στρατιωτικών επιχειρήσεων από τον ίδιο.
  θ) στο στρατιωτικό σχέδιο τού Διαδόχου προς άλωση τών Ιωαννίνων.
  ι) στην καταδρομική επιχείρηση ελληνικών στρατευμάτων, τη νύκτα τής 19ης Φεβρ. 1913 κατά τής Τσούκας, υπό τον συνταγματάρχη Νικόλαο Δελαγραμμάτικα.
 ια) στην εκπόρθηση τών Ιωαννίνων από τον Ελληνικό στρατό.
 ιβ) στη νικηφόρα και αποθεωτική είσοδο τού Διαδόχου Κωνσταντίνου στα Ιωάννινα.
 ιγ) στον αντίκτυπο τής αλώσεως τών Ιωαννίνων στην Ευρώπη.

   Ο συγγραφέας Σίμων Μολοσσός, εμβριθής και σοφός παρατηρητής,  υπήρξε πολεμιστής τού Ηπειρωτικού Πολέμου 1912-13. Ως εκ τούτου περιγράφει παραστατικότατα και με ενάργεια τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα έζησε. Το ιστορικό του έργο εναλλάσσει – κατά το πρότυπο τής Ιστορίας τού Θουκυδίδη – τον  αφηγημένο λόγο με  τις «δημηγορίες», δηλαδή τις ομιλίες και δημόσιες αγορεύσεις σημαινόντων προσώπων εκείνου τού πολέμου. Έτσι ο αναγνώστης τού ιστορικού έργου τού Σίμωνος Μολοσσού, χωρίς να πλήττει και να ανιά, παρακολουθεί με ξεχωριστό ενδιαφέρον την ιστορική αφήγηση, τέρπεται και συγκινείται από αυτήν!
   Γλώσσα τού έργου είναι η αριστοκρατική καθαρεύουσα, η οποία έχει τη μοναδική δύναμη να περιγράφει και να χρωματίζει όχι μόνο γεγονότα αλλά και συναισθηματικές και ψυχικές καταστάσεις.
 
Με εκτίμηση
Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος


         «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1912-13
 Σίμωνος Μολοσσού, Τόμος Β'
 (Εκδοτικός Οίκος Δράκου Παπαδημητρίου)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ΄ (σελ. 1630-1799)


   Τα εν Ηπείρω. – Από της αλώσεως της Πρεβέζης μέχρι της αλώσεως των Ιωαννίνων. – Πρόοδος δια των Πέντε Πηγαδίων. – Ενισχύσεις του στρατού της Ηπείρου. - Μάχαι και συμπλοκαί. – Προχώρησις προς το Μπιζάνι. – Άφιξις μεγάλων ενισχύσεων προς τους Τούρκους των Ιωαννίνων. – Ο στρατός του Τζαβήτ και του Ριζά πασσά. – Αι πρώται απόπειραι προς κατάληψιν της Αετορράχης. – Η διαγωγή των Αλβανών. – Ερήμωσις και όλεθρος ελληνικών χωρίων. – Αποστολή εις Ήπειρον ελληνικών ανταρτικών σωμάτων. – Ο αρχηγός αυτών Α. Κόρακας. – Η δράσις των ανταρτικών σωμάτων. – Αποστολή μεγάλης δυνάμεως πυροβολικού εις Ήπειρον. – Αι  κατά του Μπιζανίου και των στηριγμάτων αυτού αποτυχούσαι επιθέσεις. – Παραλυσία της υγειονομικής υπηρεσίας. – Αθλία κατάστασις της επιμελητείας. – Βαρύς χειμών εν Ηπείρω. – Ηρωισμοί  των μαχομένων σωμάτων. -Απόπειρα προσβολής των Ιωαννίνων δια των Αγίων Σαράντα. – Αποτυχίαι της υπό τον συνταγματάρχην Μέξαν φάλαγγος. – Κίνδυνος  αποσυνθέσεως του στρατού της Ηπείρου. – Αποστολή και συγκέντρωσις τεσσάρων νέων Μεραρχιών προ των Ιωαννίνων. – Άφιξις εις Ήπειρον του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου. -  Αναθάρρησις των στρατευμάτων. -  Συστηματοποίησις σχεδίου προς άλωσιν της πόλεως των Ιωαννίνων. – Μικρά προπαρασκευή της γενικής επιθέσεως . – Γενικαί επιθέσεις και πτώσις των Ιωαννίνων.

   Η πόλις των Ιωαννίνων, η γεραρά αύτη της ευάνδρου Ηπείρου πρωτεύουσα, κείται εντός της περιοχής ένθα κατώκουν το πάλαι οι Μολοσσοί, η επιφανεστάτη και ισχυροτάτη των εν Ηπείρω Πελασγικών φυλών. Οι Μολοσσοί, λαβόντες όνομα εκ του Μολοσσού, υιού του πρώτου βασιλέως της χώρας Νεοπτολέμου, δεν εβράδυναν να επεκτείνωσι δια της ανδρείας και νοημοσύνης των την ισχύν αυτών καθ’ άπασαν την Ήπειρον, ο δε βασιλεύς αυτών Πύρρος ο Μέγας επέτυχε την ένωσιν υπό το σκήπτρον του πασών ανεξαιρέτως των εν Ηπείρω φυλών.
   Τα Ιωάννινα αριθμούσι σήμερον συνεπεία των κατά του Ελληνικού στοιχείου διωγμών και πιέσεων των τελευταίων ετών και του εκουσίου εκπατρισμού των νέων Ελλήνων δια τον φόβον της στρατολογίας μόνον περί τας 30.000 κατοίκων, εξ ων 22.000 Έλληνες, 5.000 Μωαμεθανοί και τρισχίλιοι Εβραίοι. Απ’ άκρου εις άκρον όμως αυτών λαλείται η Ελληνική γλώσσα, διότι ταύτην και οι Μωαμεθανοί και οι Εβραίοι έχουσιν ως μητρικήν.
   Τα Ιωάννινα κατέχοντα το κέντρον σχεδόν της Ηπείρου, συνέχονται ανατολικώς μεθ’ ομωνύμου κοιλάδος ήτις έχει μήκος 20 και εύρος 7 μιλίων περιβάλλεται δε υπό συνεχών ορέων κεκαλυμμένων υπό χιόνος κατά τους πλείστους μήνας του έτους.
   Εκ των ορέων της περιοχής των Ιωαννίνων προεξέχουσι το Μιτσικέλλι, ο Δρίσκος και η οροσειρά του  Πίνδου, κείμενα τα μεν πρώτα προς βορράν των Ιωαννίνων, η δε τελευταία προς ανατολάς αυτών. Μεταξύ των Ιωαννίνων και των ορέων τούτων εκτείνεται μεγάλη και βαθεία λίμνη, κατά δε την ανατολικήν πλευράν της λίμνης υπάρχει νησίον έχον σχήμα νηχομένου πτηνού. Τυγχάνει τούτο κατάφυτον και καλυπτόμενον υπό πυκνών καλαμώνων, κατοικείται δε υπό ευαρίθμων οικογενειών αλιέων και πορθμέων, έχει δε και πέντε μονάς.
   Περί της λίμνης ταύτης τινές λέγουσιν ότι είναι η αρχαία Παμβώτις, πλην ο Π. Αραβαντινός φρονεί ότι η λίμνη των Ιωαννίνων δεν υπήρχεν εν τη αρχαιότητι. Διότι εάν υπήρχε τοιαύτη δεν θα παρέλειπον να αναφέρωσιν αυτήν οι αρχαίοι γεωγράφοι και δη ο περιώνυμος Στράβων, όστις δεν αφήκε γωνίαν Ελληνικής γης αμνημόνευτον. Φρονεί λοιπόν ο Αραβαντινός ότι η λίμνη εσχηματίσθη εν μεταγενεστέροις χρόνοις βαθμηδόν και κατ’ ολίγον δι’ υπερπλημμυρίσεως αφθόνων υδάτων συνεπεία υετών κατά πολλά και συνεχή έτη, των υδάτων τούτων μη διοχετευθέντων καταλλήλως, ελλείψει επαρκών μέσων αλλά παραμεινάντων εν στασιμότητι δίκην ελών.
   Τοιαύτα έλη εσχηματίζοντο και το πάλαι κατά τον Αραβαντινόν εν τω λεκανοπεδίω των Ιωαννίνων. Τούτου δε του λόγου ένεκα φρονεί ότι η περιοχή των Ιωαννίνων εκαλείτο Ελλοπία εν τη αρχαιότητι, της Ελλοπίας δε πρωτεύουσα ην η Έλλα, ήτις έκειτο εν τη θέσει του νυν οχυρού χωρίου Καστρίτσα ΝΑ της λίμνης.
   Περί της εποχής της κτίσεως των Ιωαννίνων διχογνωμία επικρατεί μεταξύ των συγγραφέων. Εν μέσω δε κυκεώνος γνωμών εν και μόνον σημείον φανερόν υπάρχει, ότι η πόλις υφίσταται προ του Μεσαίωνος και ότι κατά το έτος 673 μ. Χ. αναφέρεται ως Πέμπτη εν ταις Επισκοπαίς ταις υπαγομέναις εις την εκ των τα πρώτα τότε φερουσών Μητρόπολιν της Ναυπάκτου. Εν δε τοις πρακτικοίς της εν έτει 879 γενομένης εν Κων/πόλει Συνόδου αναφέρεται Ζαχαρίας τις Επίσκοπος αυτών, προεχειρίσθη δε η Επισκοπή εις Μητρόπολιν κατά τον ιγ΄μ.Χ αιώνα.
   Εκ των γεγονότων τούτων οδηγούμενοι, θεωρούμεν απαράδεκτον την γνώμην καθ’ ην τα Ιωάννινα εκτήθησαν υπό του Αυτοκράτορος Ιωάννου του Κομνηνού, διαδεχθέντος τον πατέρα αυτού Αλέξιον εν έτει 1118 μ.Χ. και παρ’ αυτού έλαβον το όνομα, τοσούτω μάλλον καθόσον, εάν ούτως έχη το πράγμα, η συγγραφεύς Άννα Κομνηνή θυγάτηρ του Αλεξίου και αδελφή του Ιωάννου, η ευρείαν ποιουμένη μνείαν των Ιωαννίνων εν τη βιογραφία του πατρός της, δεν θα παρέλειπε βεβαίως το αξιομνημόνευτον γεγονός, του υπό του αδελφού αυτής συνοικισμού της των Ιωαννίνων πόλεως. Διό απορρίπτοντες πάσαν άλλην περί Ιωαννίνων εκδοχήν συμφωνούμεν μετά των Π. και Σ. Αραβαντινών, καθ’ ους την μεν πόλιν συνώκισαν οι κάτοικοι της παρακειμένης, ως προείρηται, αρχαίας πόλεως Έλλας, καταστραφείσης εκ της περί τα μέσα του Ι΄ μ.Χ. αιώνος γενομένης εισβολής εις αυτήν βαρβάρων φυλών, η δε νέα πόλις έλαβε το όνομα εκ της προ αυτής υπαρχούσης αρχαίας μονής του Προδρόμου, εις ης την κυριότητα υπήγοντο αι πέριξ γαίαι και ένθα συνωκίσθη κατά πρώτον εν φρουρίω η πόλις είτε συγκαταθέσει των μοναχών είτε εντολή υπερτέρα ό και πιθανώτερον.
   Η κυρίως όμως ιστορία των Ιωαννίνων άρχεται από του 1081 μ.Χ. Τότε τα Ιωάννινα καθίστανται το πρώτον ευρέως γνωστά ανά το Ελληνικόν, ένεκα της εισβολής εις αυτά του Νορμανδού Ραϋμόνδου, υιού του Δουκός της Απουλίας Ρογήρου, όστις χωρήσας κατά της Ηπείρου επί κεφαλής τυχοδιωκτικών στιφών επέπεσε κατ’ αυτών και τα εκυρίευσε. Ώρυξε δε τότε περί την πόλιν βαθείαν τάφρον σωζομένην άχρι σήμερον υπό τον τίτλον «Χαντάκι του Βενετσιάνου» και επεσκεύασε το φρούριον κείμενον κατά την βορειοανατολικήν πλευράν των Ιωαννίνων, ένθα υπάρχει και σήμερον και ου η πρόσοψις περιβρέχεται υπό των υδάτων της λίμνης. Η δε θέα αυτού αποτελεί τι το μαγευτικόν δι’ εκείνους ιδία, όσοι μεταβαίνοντες εις την νησίδα διέρχονται εκείθεν διαπλέοντες την λίμνην.
   Μετά το γεγονός τούτο ανευρίσκομεν τα Ιωάννινα εν τω συγγράμματι του Βενιαμίν Τολέδου, όστις εν έτει 1160 μ.Χ. περιηγηθείς την Ελλάδα και επισκεφθείς και ταύτα, ποιείται λίαν εύφημον μνείαν αυτών, λέγων ότι εύρε ταύτα εν ευημερία και προόδω. Και δικαίως λέγει. Διότι οι κατά καιρούς αυτοκράτορες του Βυζαντίου είχον προικοδοτήσει την τε πόλιν και την Ιεράν Μητρόπολιν δια ποικίλων ιδιοκτησιών ένεκα των υψίστων υπηρεσιών ας ανέκαθεν προσήνεγκον τα Ιωάννινα εις τε το Έθνος και την Εκκλησίαν. Τοιαύτα δε τυγχάνοντα εξέλεξεν αυτά ως πρωτεύουσαν του Ηπειρωτικού Δεσποτάτου εν έτει 1204 μ. Χ. ο περιώνυμος Δεσπότης Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός, ο κατορθώσας να ιδρύση το μέγα και ισχυρόν εκείνο Ελληνικόν Κράτος, εν μέσω της επελθούσης τότε ταραχής και ανωμαλίας ανά την Χερσόνησον του Αίμου, ένεκα της εις αυτήν εισβολής των λατίνων σταυροφόρων και της υπ’ αυτών αρπαγής της Κων/πόλεως. Ο Μιχαήλ Κομνηνός εθεώρησεν εν των πρωτίστων έργων αυτού την στρατιωτικήν ενίσχυσιν των Ιωαννίνων, διό καθείλε το φρούριον και ανήγειρεν αυτό εν τη αυτή θέσει ωραιότερον και οχυρώτερον.
   Η δεσποτεία των Αγγέλων Κομνηνών διήρκεσε μέχρι του 1335 μ.Χ. ότε περιήλθεν η πόλις και αύθις εις την κυριαρχίαν του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου. Τοιούτος δε τότε ην Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος, αυτοκράτωρ ευγενής και ιπποτικός προσενεχθείς εις τους κατοίκους μετά πατρικής στοργής και κυρώσας πάσας τας μέχρι τότε πολιτικάς τε και εκλησιαστικάς προνομίας, απονείμας δε εις τους εξέχοντας του τόπου σημαντικάς προσόδους τιμάς και αξιώματα. Κατά την ολίγον μετέπειτα γενομένην στάσιν κατά του αυτοκράτορος υπό της δυναστείας των Αγγέλων Κομνηνών, τα Ιωάννινα δεν μνημονεύονται ως μετασχόντα της στάσεως ταύτης, εξ ου εικάζεται ότι παρέμειναν πιστά εις τον αυτοκράτορα.
   Περιήλθον είτα τα Ιωάννινα εις τους Σέρβους (1346 μ.Χ.) κατόπιν δε άλλων περιπετειών και Αλβανικών επιδρομών και δηώσεων ανεκηρύχθη δεσπότης αυτών βουλήσει των κατοίκων ο Δουξ Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Κάρολος Τόκκος, ανήρ ιπποτικός και δραστήριος, μεγαλουργός δε ηγεμών διοικήσας πατρικώτατα επί εικοσιπενταετίαν όλην τ. έ. από του 1405 άχρι του 1430.
   Τούτον διεδέχθη ο ανεψιός του Κάρολος ο Β΄ όστις περιήλθεν εις έριδα προς τους τρεις νόθους υιούς του Καρόλου Τόκκου Μέμνονα, Τύρνον και Ερκούλιον διεκδικούντας τον θρόνον της Ηπείρου. Ούτοι δε μετέβησαν τότε εις τον εν Θεσσαλονίκη εδρεύοντα Σουλτάνον Μουράτ Β΄ και ητήσαντο την συνδρομήν αυτού κατά του εξαδέλφου. Ο δε ευρών εύλογον αφορμήν αναμίξεως εις τα εν Ηπείρω πράγματα έπεμψε κατά των Ιωαννίνων πολυάριθμον στρατόν υπό τον Σινάν πασσάν όστις επολιόρκησεν αυτά στενώς. Οι κάτοικοι δεν είχον να ελπίσωσιν ειμή εις τας ιδίας δυνάμεις. Διότι ο ανάξιος ηγεμών αυτών, διαμένων τότε εν Άρτη είχεν εγκαταλείψει αυτούς εις την τύχην των. Επειδή δε αι αμυντικαί δυνάμεις των ήσαν δυσαναλόγως ήσσονες των δυνάμεων του εχθρού ηναγκάσθησαν να συνθηκολογήσωσι και παραδοθώσιν εις αυτόν υπό αξιολόγους προνομίας (1431 μ. Χ.).
   Δυστυχώς όμως αι προνομίαι αύται ήρξαντο βαθμηδόν καταπατούμεναι υπό των κατακτητών. Η πρώτη παραβίασις αυτών εγένετο εν αρχή έτι της κατακτήσεως ότε οι ολίγιστοι Οθωμανοί οι εγκαταστάντες εν Ιωαννίνοις προς επισφράγισιν της κυριαρχίας του Σουλτάνου ήρπασαν  διαταγή αυτού κατά τινα Κυριακήν ελλοχούντες έξω του Μητροπολιτικού Ναού θυγατέρας Ελλήνων κατοίκων, άμα ως εξήλθον μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και περικαλύψαντες αυτάς κατά το οθωμανικόν έθιμον απήγαγον οίκαδε υπό τους θρήνους και κοπετούς των οικείων των και κατέστησαν αυτάς συζύγους των. Κατηργήθησαν δε τα προνόμια των Ιωαννιτών τελείως εν έτει 1612 μετά την ατυχή έκβασιν του εν Ιωαννίνοις γενομένου κινήματος του πρώην επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου του Σκυλοσόφου. Ούτω παρά τα συμπεφωνημένα δια της συνθήκης εξώσθησαν οι Έλληνες εκ του φρουρίου και εγκατέστησαν εν αυτώ οι Οθωμανοί, οίτινες διέμενον μέχρι τότε έξω αυτού. Από της εποχής δε εκείνης άρχεται η πόλις συνοικιζομένη πυκνώς και ευρύτατα επεκτεινομένη και έξω του φρουρίου.
   Επί Τουρκοκρατίας οι διοικηταί των Ιωαννίνων, μέχρι του 1740 διωρίζοντο και εξηρτώντο παρά των εν Τρίκκη Διοικητών, ως Τοποτηρηταί αυτών. Εκ των Διοικητών των Ιωαννίνων ο Αλή Πασσάς Τεπελενλής ανήχθη εις περιωπήν Σατράπου.
   Η εποχή αυτού αποτελεί λίαν αξιοσημείωτον, επιφανή δυνάμεθα να είπωμεν, σελίδα δια την ιστορίαν των Ιωαννίνων. Καίτοι αμαθής και άξεστος ο ανήρ ούτος, ην ουχ ήττον πεπροικισμένος δια σπανίας νοημοσύνης, κατείχετο δε υπό απεριορίστου φιλοδοξίας, ήτις εξώθησεν αυτόν μέχρι του σημείου ν’ αποκηρύξη την εξουσίαν του Σουλτάνου και ν’ ανακηρυχθή αυτοτελής άρχων, ηγεμών κατά το παράδειγμα του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου.
   Ένεκα τούτου είχε συγκεντρώσει περί εαυτόν τους περιφημοτέρους Έλληνας των γραμμάτων και των όπλων της εποχής εκείνης. Οι ενδοξότατοι των ανδρών του Ιερού ημών αγώνος διετέλεσαν εν τη στρατιωτική αυτού υπηρεσία. Εκεί δε μένοντες εμυήθησαν εις τα μυστήρια της Φιλικής Εταιρίας ήτις ην τα μέγιστα διαδεδομένη εν Ιωαννίνοις μεταξύ των εξεχόντων προσώπων, καθόσον ο εκ των πρωθιδρυτών αυτής Αθανάσιος Τσακάλωφ ην Ιωαννίτης. Το μέγα δε της Εταιρίας έργον διηυκόλυνε και αυτός ο Αλής αρνητικώς, προσποιούμενος άγνοιαν των τεκταινομένων, χάριν των πολιτικών αυτού σκοπών.
   Γνωστόν τυγχάνει το τραγικόν τέλος του φοβερού τούτου Σατράπου. Χάριν λεπτομερείας μόνον αναφέρομεν ότι ο φόνος αυτού εγένετο εν τη κατά την νήσον ιστορική μονή του Αγίου Παντελεήμονος εις ην είχε καταφύγη, σώζονται δε άχρι σήμερον και δεικνύονται επί του δαπέδου τα ίχνη των σφαιρών δι’ ων εθανατώθη υπό των πυροβολούντων εκ του κάτωθεν του κοιτώνος αυτού κελίου αυτοκρατορικών στρατιωτών.
   Προ των χρόνων έτι του Αλή τα Ιωάννινα εφημίζοντο επί πολυανθρωπία, μορφώσει και εμπορική ακμή. Δια τούτο εξήρε ταύτα ο Άγγλος περιηγητής Χόλλαντ εν ταις συγγραφαίς αυτού, ο περιηγηθείς την πόλιν έτη τινά προ της Σατραπείας του Αλή. Υπό το αυτό δε πνεύμα απεφήνατο και ο εν προγενεστέρα έτι εποχή επισκεψάμενος ταύτα περιηγητής επίσης Σπον, εις δε τον εν έτει 1702  ελθόντα εις Ιωάννινα εμπορικόν Πράκτορα της Γαλλίας Γκαρνιέ ταιαύτην εντύπωσιν προυξένησεν η εμπορική αυτών ανθηρότης, ώστε δεν εδίστασε και προς αυτήν την Μασσαλίαν να παραβάλη αυτά.
   Όσον αφορά δε την παιδείαν των Ιωαννιτών παρατηρούμεν ότι και εν αυτοίς τοις ζωφερωτέροις της δουλείας χρόνοις τα Ιωάννινα διετήρουν ονομαστάς σχολάς αίτινες διέδοσαν τα νάματα της Ελληνικής παιδείας, καθ’ άπαν το λοιπόν εν τω σκότει βεβυθισμένον τότε Ελληνικόν.
   Μεταξύ των σχολών ιδιαιτέρως αναφέρομεν την των Φιλανθρωπινών, ήτις ελειτούργει εν τη κατά την νήσον μονή του Σπανού. Της μονής ταύτης κτήτορες υπήρξαν αυτοί οι Φιλανθρωπινοί ανήκοντες εις παλαιάν διακεκριμένην οικογένειαν των Ιωαννίνων και χρηματίσαντες προνομιακώς ηγούμενοι ταύτης και διδάσκαλοι της Σχολής.
   Των μεταγενεστέρων εν Ιωαννίνοις Σχολών κορωνίς υπήρξεν η Ζωσιμαία, το περιώνυμον γυμνάσιον ίδρυμα των αειμνήστων Ζωσιμάδων, οπόθεν εξήλθε πληθύς λογίων, ων ουκ ολίγοι εχρημάτισαν επιφανείς διδάσκαλοι εν τω Εθνικώ ημών Πανεπιστημίω, κατά τας πρώτας δεκαετηρίδας της λειτουργίας αυτού. Επί των ημερών ημών η γεραρά Ζωσιμαία κινδυνεύσασα να καταπέση υπείκουσα εις την εκ του πανδαμάτορος χρόνου φθοράν, κατηδαφίσθη ολοτελώς και ανηγέρθη μεγαλοπρεπής και επιβάλλουσα την όψιν, δαπάναις της Κοινότητος και τη συνδρομή των απανταχού Ηπειρωτών, του Εθνικού ημών Πανεπιστημίου, της Εθνικής Τραπέζης και άλλων ευγενών και φιλοπατρίδων του Ελληνικού Κόσμου δωρητών.
   Εκ των εν Ιωαννίνοις Σχολών εξήλθον οι πλείστοι των επιφανών λογίων των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατουμένης Ελλάδος. Όσοι δε επεφάνησαν συγγραφείς εν τοις αμέσως επομένοις χρόνοις ήσαν ή Ιωαννίται ή μαθηταί των εν Ιωαννίνοις Σχολών. Ου μόνον δε ανά το Ελληνικόν αλλά και εν αυτή τη Εσπερία διέπρεπον Ιωαννίται εν τοις χρόνοις εκείνοις και δη λίαν ενωρίς ως ο Ιωαννίτης Νικόλαος Κεραμάς ο περί τα τέλη του ιζ΄αιώνος αναδειχθείς εν Ιταλία εις των αρίστων θεολόγων και φιλοσόφων ενταυτώ.
   Δικαίως άρα ο Κούμας επάγεται ότι «εις των Ιωαννίνων την πόλιν οφείλει η Ελλάς την αναγέννησιν της παιδείας», ο δε Μελέτιος λέγει ότι «χάρις εις τας των Ιωαννίνων Σχολάς η Ελληνική γλώσσα διεδόθη εις την καταβεβαρβαρωμένην πρότερον Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν».
   Η έξοχος δε αύτη των Ιωαννιτών παιδεία επέδρασεν ευεργετικώς εν τη ζοφώδει εκείνη εποχή ιδίως επί της Θεσσαλίας, ήτις ως εκ της γειτνιάσεως αυτής μετά της Ηπείρου εδέχθη εν αυτή λίαν ενωρίς τα φώτα των λογίων της Ηπειρωτικής πρωτευούσης, του γεγονότος δε τούτου τεκμήριον αποτελεί η ίδρυσις Μεγάλης και ιστορικής Μονής του Βαρλαάμ εν τοις Μετεώροις, ήτις οφείλεται εις τους Ψαράδες, επιφανείς εξ Ιωαννίνων λογίους, οίτινες ηναγκάσθησαν να στερήσωσιν των φώτων αυτών την ιδιαιτέραν πατρίδα των και να εγκατασταθώσιν εις τους δυσπροσίτους εκείνους βράχους φεύγοντες την Τουρκικήν καταδίωξιν.
   Εκ παραλλήλου προς την περιφανή εξέλιξιν της παιδείας εν Ιωαννίνοις βλέπομεν βαίνον καθ’ όλην την πονηράν περίοδον το έργον των ελεοθετών ή ευεργετών, ων κυριώτεροι οι αδελφοί Ζωσιμάδαι, ο Γεώργιος Χατζηκώστας, ο Γεώργιος Σταύρου, ο Γοργόλης, η Γοργόλη, ο Λέων Μελάς, ο Αργύρης Βρεττός, ο Μπαλάνος, ο Καπλάνης, ο Δομπόλης, ο Μαρούλης, ο Χριστόδουλος Ευθυμίου και άλλοι πολλοί. Τα κεφάλαια των χρημάτων απάντων των ελεοθετών τούτων εισί κατατεθειμένα εν Ρωσσία, εν Βιέννη και κατά το πλείστον παρά τη Εθνική Τραπέζη της Ελλάδος, αποφέρουσι δε συλλήβδην κατ’ έτος 200.000 δραχμάς περίπου, ας η Κοινότης δαπανά προς αξιοπρεπή συντήρησιν του Γυμνασίου, των δημοτικών Σχολείων, των Παρθεναγωγείων, του Ορφανοτροφείου, του Πτωχοκομείου, προς παρουσιαζομένας ανάγκας των Ναών, προς βοήθειαν απόρων πολιτών, προς υπανδρείαν πτωχών κορασίων, και άλλους παραπλησίους φιλανθρωπικούς σκοπούς.
   Και ήδη λόγου γενομένου περί Ναών αναφέρομεν ότι οκτώ Ναοί υπάρχουσι σήμερον εν Ιωαννίνοις, ο της Μητροπόλεως τιμώμενος επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου, ο του Αρχιμανδρείου τιμώμενος επ’ ονόματι της Θεοτόκου, ο της Αγίας Αικατερίνης, ο του Αγίου Νικολάου της Αγοράς, ο του Αγίου Νικολάου των Κοπάνων, ο της Αγίας Μαρίνης, ο της Περιβλέπτου τιμώμενος και ούτος επ’ ονόματι της Θεοτόκου και κείμενος εν όντως περιβλέπτω θέσει, και τέλος ο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της Μπρουνίλας κείμενος εν ωραία μεμονωμένη θέσει, ον οι εκ Πρεβέζης ερχόμενοι εις Ιωάννινα πρώτον απαντώσι πριν εισέλθωσιν εις αυτά.
   Άπαντες οι Ναοί ούτοι πλην του Ναού της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Νικολάου της Αγοράς και της Αγίας Μαρίνης υπήρχον ως Μοναί ότε κατεκτήθη η πόλις υπό των Οθωμανών. Υπήρχον και δύο έτεραι μοναί η του Αγίου Σάββα και η της Αγίας Παρασκευής μεταβληθείσαι υπό των Τούρκων εις Τεμένη και μετονομασθείσαι η μεν πρώτη Τζαμίον Σεβαδιέ η δε δευτέρα Τζαμίον Ναματζιάκ. Πλην και οι προμνησθέντες παλαιοί Ναοί γενόμενοι, πλην του Ναού του Αρχιμανδρείου, παρανάλωμα του πυρός εν έτει 1820 ένεκα της υπό του Αλή τεθείσης εν Ιωαννίνοις πυρκαϊάς, ίνα έχη ελευθέραν την θέαν της πόλεως και κατοπτεύη τας κινήσεις των πολιορκούντων αυτόν βασιλικών στρατευμάτων, ωκοδομήθησαν κατόπιν εκ νέου και ο του Αρχιμανδρείου δε καίπερ παραμείνας τότε άθικτος, ως προείπομεν, κατηδαφίσθη ουχ ήττον και ούτος εν έτει 1852 και ανηγέρθη λαμπρότερος όλων των άλλων εν τη πόλει Ναών.
   Εν τω φρουρίω δε προ της κατακτήσεως υπήρχον 18 εν όλω Ναοί, ων οι 16 κατηδαφίσθησαν, δύο δε οι επιφανέστεροι αυτών ο προμνησθείς του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και ο Μητροπολιτικός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του και προστάτου της παλαιάς πόλεως μετεβλήθησαν εις τεμένη, του τελευταίου καλουμένου σήμερον Τζαμίον Φετιέ ένθα φαίνονται αμυδρώς τα ίχνη των ιερών τοιχογραφιών του πάλαι Ναού.
   Παρά το πλευρόν της Μητροπόλεως υψούται παρεκκλήσιον προς τιμήν του Νεομάρτυρος Γεωργίου, του πολιούχου των Ιωαννίνων, ου την επέτειον την μνήμης εορτάζει η Ηπειρωτική πρωτεύουσα και σύμπασα η Ήπειρος μετ’ αυτής. Εν τω παρεκκλησίω τούτω κείται ο τάφος του εναρέτου ανδρός όστις προ 76 ετών τ. έ. τω 1836 μ.Χ. υπέστη τον μαρτυρικόν θάνατον υπέρ της πίστεως ημών.
   Ο Γεώργιος κατεδικάσθη υπό των Οθωμανικών Αρχών εις θάνατον καθό καταμηνυθείς υπό δύο Μωαμεθανών της πόλεως, ότι επρέσβευε δήθεν τον Μωαμεθανισμόν, πρότερον ότι υπηρέτει παρά τινι Οθωμανώ ως ιπποκόμος και ότι ησπάσθη δήθεν είτα τον Χριστιανισμόν. Εβιάσθη τότε όπως εξωμόση την πίστιν των πατέρων του αρνηθείς δε διαρρήδην υπεβλήθη εις βασανιστήρια διαρκέσαντα επί τρία ημερόνυκτα, μεθ’ ο έλαβε χώραν ο απαγχονισμός αυτού. 
   Τας βασάνους ο Γεώργιος υπέφερε μετά θαυμαστής γενναιοψυχίας, εις τρόπον ώστε είλκυσεν αμέριστον τον θαυμασμόν παντός χριστιανού. Τοσούτον δε επέρρωσεν ο μαρτυρικός αυτού θάνατος το θρησκευτικόν φρόνημα των εν Ηπείρω Χριστιανών, ώστε αι μέχρι τότε καθημερινώς σχεδόν τελούμεναι αθρόαι εξωμοσίαι έπαυσαν αποτόμως άπαξ δια παντός. Διό δικαίως η Εκκλησία απένειμεν αυτώ τον τίτλον του Νεομάρτυρος και «κλέος των Ιωαννίνων» αποκαλεί.
                                                            *                                                            ……………………………………………………………………………………

   Μετά την κατάληψιν της Φιλιππιάδος, της Νικοπόλεως και της Πρεβέζης ο εν Ηπείρω ελληνικός στρατός υπό την γενικήν αρχηγίαν του υποστρατήγου Κ. Σαπουντζάκη εστράφη κατά των Ιωαννίνων και ως πρώτην πολεμικήν πράξιν επεχείρησε την άλωσιν των Πέντε Πηγαδίων τα οποία και κατέλαβε την 29ην Οκτωβρίου των Τούρκων αντιταξάντων ασθενή άμυναν.                                         
   Η κατάληψις της στενωπού των Πέντε Πηγαδίων εγέννησε την πεποίθησιν ότι θα έπιπτον μετ’ ου πολύ και τα Ιωάννινα.
   Το ελληνικόν επιτελείον αφοσιωθέν εις τον αγώνα του μετώπου δεν είχεν αποδώσει την δέουσαν σημασίαν εις τον αγώνα της Ηπείρου ουδέ εγνώριζε την τελείαν οχύρωσιν του πρό των Ιωαννίνων λόφου του Μπιζανίου, ήτις οχύρωσις μετέπειτα εστοίχισε τόσον αίμα εις τον ελληνικόν στρατόν.
   Η εν Ηπείρω στρατιά ολιγάριθμος ούσα, ως απεδείξαμεν εν τω οικείω κεφαλαίω, δεν ηδυνήθη να επωφεληθή της πρώτης εντυπώσεως και αποθαρρύνσεως των Τούρκων και να δράμη κατ’ ευθείαν εις Ιωάννινα, αλλά πλην τούτου απησχολείτο μεγάλως και υπό της πληθύος των ατάκτων Αλβανικών σωμάτων τα οποία επιστρατευθέντα υπό των Τούρκων ηπείλουν να κατακαύσουν όλα τα χωρία της Ηπείρου και να κατασφάξουν τον ελληνικόν πληθυσμόν της χώρας.
   Η Ήπειρος περιήρχετο ημέρα τη ημέρα εις κατάστασιν φοβεράς αναρχίας και ανυπολογίστου τρόμου.
   Εις το εσωτερικόν ιδίως ο βίος των Ελλήνων καθίστατο πράγματι μαρτυρικός. Ολίγα μόνον γεγονότα της επαρχίας Πωγωνίου δίδουν την εικόνα της φρίκης, την οποίαν εσκόρπιζον οι εξηγριωμένοι, ως διωκόμενοι λύκοι, Τούρκοι εν συμπράξει μετά των ατάκτων Αλβανών.
   Συμμορία Τουρκαλβανική συμπράττουσα μετά του τακτικού Τουρκικού στρατού εισήλασεν εις τα χωρία Ραβινιά και Δολιανά και αφού ελεηλάτησαν κυριολεκτικώς ταύτα, επροχώρησαν και εισέβαλον εις το χωρίον Ζαροβίνα, μόλις εν τέταρτον απέχον της δημοσίας οδού Αργυροκάστρου-Ιωαννίνων.
   Αι καταστροφαί, εις τας οποίας προέβησαν εκεί, ήσαν φρικώδεις. Αφού ελεηλάτησαν το έξωθι του χωρίου χάνι Φίλια, παρέλαβον και ό,τι εύρον εντός αυτού, το παρέδωκαν εις το πυρ και εισήλθον εις την Ζαροβίναν δια να εξακολουθήσουν το καταστρεπτικόν έργον των.
   Το ελληνικώτατον ηπειρωτικόν χωρίον περιελάμβανε 56 εν όλω οικίας. Ο Τουρκικός στρατός και οι Τουρκαλβανοί μόλις εισέβαλον, το ελεηλάτησαν και το παρέδοσαν εις τας φλόγας. Η νεόκτιστος σχολή του αειμνήστου Β. Μελά υπέστη και αυτή την τύχην όλων των οικοδομημάτων της Ζαροβίνας. Αφού εγυμνώθη από ό,τι πολύτιμον είχεν, επυρπολήθη.
   Οι ατυχείς Ηπειρώται ήρχισαν να θεωρούν τους εξηγριωμένους Αλβανούς αληθείς δαίμονας, τους οποίους εξέβρασεν η κόλασις προς δυστυχίαν του Χριστιανισμού. Οι θηριώδεις και άγριοι άνθρωποι, ακόρεστοι και αχόρταστοι διέτρεχον το εσωτερικόν της Ηπείρου, ελεηλάτουν, εκρήμνιζον, έκαιον και επροχώρουν αφίνοντες όπισθέν των φλόγας και ερείπια.
   Μετά την καταστροφήν της Ζαροβίνης επέπεσαν κατά του ημίσειαν μόλις απ’ αυτής ώραν απέχοντος χωρίου Βησσάνη με σκοπόν να συνεχίσουν το έργον των. Μόλις όμως επρόφθασαν να ληστεύσουν τινάς των ομογενών και από τα περίχωρα ειδοποιηθέντες έσπευσαν πολλοί ένοπλοι χωρικοί και ηνάγκασαν τους αγρίους Τουρκαλβανούς να τραπούν εις φυγήν.
   Τα γυναικόπαιδα της Ζαροβίνης, 250 τον αριθμόν, κατέφυγον εις το χωρίον Βησσάνη γυμνά και εκτραχηλισμένα και κατέλυσαν εις τα δύο σχολεία του χωρίου. Η όψις των ήτο μία ζωντανή εικών των Τουρκικών φρικαλεοτήτων της Ηπείρου.
   Το γραφείον του Τύπου ανεκοίνωσε τη 30 Οκτωβρίου τας εξής καταστροφάς:
   «Κατ’ επίσημον νεωτέραν έκθεσιν, ο Τουρκικός στρατός μετά βασιβουζούκων Αλβανών εξακολουθεί την ερήμωσιν της Ηπείρου, διαπράττων τρομερά και ακατονόμαστα όργια.
   Ούτω Τουρκικός στρατός εξ 700 πεζών, 150 χωροφυλάκων και 300 Τουρκαλβανών, υπό τας διαταγάς του διοικητού της Χωροφυλακής των Ιωαννίνων, διέπραξε πρό τινων ημερών τας ακολούθους φρικαλεότητας.
   Φέρων μεθ’ εαυτού μεγάλην ποσότητα οινοπνεύματος εισήρχετο εις τα Ελληνικά χωρία και αφού ελεηλάτει αυτά τα επυρπόλει. Ούτω, πλην άλλων χωρίων, άτινα ετηλεγράφησα ήδη υμίν, ελεηλατήθησαν και επυρπολήθησαν ήδη και τα ακόλουθα: Βοδιδίτσα, Θηρεκίσιον, Πέτρα, Λιάππη, Μπουρντανέλι.
   Τα πλείστα των χωρίων της περιφερείας των Ιωαννίνων παρουσιάζουσιν ήδη σωρόν μελανών ερειπίων. Υπάρχουσι και πλείστα χωρία (ως Γότιστα Μεγάλη, Χράψι, Συράκου, Λοζέτσιον, Φορτόσι, Κοτότρσιον, Κοριτζάνι, Πατερό, Λαζανά, Βαλιτσόρα, περιφερείας Μαλακασίου) άτινα διέφυγον μεν την γενικήν πυρπόλησιν, υπέστησαν όμως γενικήν λεηλασίαν. Οι κάτοικοι όλων αυτών των χωρίων κατέφυγον ήδη εις τα όρη και εις τα δάση.
   Εντός σπηλαίων πλησίον των Ιωαννίνων έχουσι καταφύγει περί τας εξ χιλιάδες γυναικόπαιδα, μη τολμώντα να εξέλθωσιν ένεκα φόβου του Τουρκικού στρατού. Τρέφονται με χόρτα και φύλλα δένδρων, αναμένοντα προέλασιν Ελληνικού στρατού, ίνα εξέλθωσιν εν ασφαλεία εκ των σπηλαίων.
   Πολλοί εξ αυτών ήρχισαν ήδη αποθνήσκοντες. Έτεραι 1800 ψυχαί έχουσι καταφύγει εις το χωρίον Χαλίκι επί ελληνικού εδάφους, στερούμενοι των πάντων. Εις τα χωρία Μεγάλη Γότιστα και Μικρά Γότιστα οι κάτοικοι δεν επρόφθασαν να καταφύγουν εις τα όρη και τους συνέλαβεν ο τουρκικός στρατός. 25 χωρικούς, τους εγκριτωτέρους, ως και δύο ιερείς τους εκρεούργησε κατόπιν βασάνων. Κατά των ιερέων ιδία διεπράχθησαν ανήκουστοι αγριότητες.
   Εν τω χωρίω Δεματίω, καταληφθέντι εξ απίνης, Τουρκικός στρατός και Τουρκαλβανοί συνέλαβον 12 γυναίκας και κοράσια, άτινα αφού υπέστησαν κτηνώδη βίαν πλείστων Τούρκων, ανεσκολοπίσθησαν και ηκρωτηριάσθησαν φρικωδώς.
   Δέκα γέροντες εκ του χωρίου Πριαβόλι, μη δυνηθέντες ένεκεν γήρατος να παρακολουθήσωσι τους συγχωρίους των, συνελήφθησαν και υπέστησαν μαρτυρικόν θάνατον.
   Εις πλείστα χωρία εύπορα εισπράττονται βαρύτατα λύτρα, φονεύονται δε οι αρνούμενοι να καταβάλλουν ταύτα. Ούτω προύχοντες του Μετσόβου πωλούσι τα υπάρχοντά των όπως καταβάλλωσι τα ζητούμενα ποσά. Πρόκριτος εβιάσθη να πληρώση εξακοσίας λίρας, έτερος δε επίσης επλήρωσε 200, εκ του φόβου δε κατόπιν των απειλών απέθανεν. Πλείστοι αξιωματικοί ανώτεροι και κατώτεροι του Τουρκικού στρατού ως και αρχηγοί Τουρκαλβανών εισί κατάφορτοι χρυσού, αποστέλλουσι δε εις τας οικογενείας των την λείαν των λεηλατουμένων χωρίων. Και αυτά τα ποίμνια των ελληνικών χωρίων αρπάζονται και αποστέλλονται εις Τσαμοχώρια.
   Όργια τοιαύτα είναι μέρος των διαπραττομένων αγριοτήτων, διότι ένεκα διακοπής των συγκοινωνιών δεν κατέχομεν λεπτομερείας επί παρομοίων βανδαλισμών, διαπραττομένων εις λοιπά διαμερίσματα της Ηπείρου. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί διατελούσιν εν απογνώσει».
   Η κατάστασις αύτη έπεισε την Ελληνικήν Κυβέρνησιν να αντιτάξη κατά των Αλβανών όσα ηδύνατο πλειότερα άτακτα σώματα Ελλήνων και ιδία Κρητών εξησκημένων εις τον τρόπον του μάχεσθαι κατ’ ατάκτων.                      
   Την γενικήν αρχηγίαν των σωμάτων τούτων, άτινα υπήρξαν ως εκ της φύσεως των αποτελούντων αυτά ανδρών δυσχείριστα και δυσπειθάρχητα, η Κυβέρνησις ανέθεσεν εις τον συνταγματάρχην του μηχανικού Α. Κόρακαν, επιφανή Κρήτα ευπατρίδην δράσαντα επί μακρόν εν Κρήτη καθ’ όλας αυτής τας επαναστάσεις και όστις είχε το γόητρον να ασκή επ’ αυτών την δέουσαν επιβολήν.
   Τοιουτοτρόπως υπό τον Αν. Κόρακαν εσχηματίσθησαν περί τα τριάκοντα εθελοντικά άτακτα σώματα, άτινα έδρασαν ηρωικώς είτε διοικούμενα υπό τας αμέσους αυτού διαταγάς είτε αφιέμενα εκάστοτε εις την πρωτοβουλίαν των δεδοκιμασμένων αυτών αρχηγών.
   Υπό τον Αν. Κόρακαν ετάχθησαν κατά τον χρόνον της δράσεως αυτού εν Ηπείρω οι εξής αρχηγοί ανταρτικών σωμάτων:
   Ι. Καλογερής, Πολογεώργης και Μανουσάκης- Σ. Φούμης, Θεωδορουλάκης και Γύπαρης-Γ. Μακρής-Αν. Μυλωνάκης-Σ. Μομάλιος-Κ. Φραντζεσκάκης-Στ.Κονιτσάκης-Μπαλαντίνος και Μαλανδράκης-Θεοδωρίδης και Καμπούρης-Σπανουδάκης(ιερεύς)-Βαβούρης και Σιγανός-Γεώρ. Γαλάνης-Γ. Καραθανάσης-Γ. Κανελλόπουλος-Γ. Βουγάκης-Ι. Βιτσάκης-Ευάγγ. Τσιτσερίδης-Ιωσήφ Αναγνωστάκης-Εμμ. Λουκάκης-Σόλων Χατζηδάκης-Εμμ. Πατεράκης-Μιχ. Κεφαλογιάννης-Γ. Φραγκουδάκης-Ν. Σακελλαρίδης-Ι. Χατζηδημητρίου.
   Προσετέθησαν δε κατόπιν ελθόντες εκ Μετσόβου και οι Κλειδής, Σκουλάς και Μπυράκης, οίτινες μετά του Α. Κριάρη και υπό την έμμεσον αρχηγίαν του αντισυνταγματάρχου Σ. Μήτσα διεξήγαγον λαμπράς κατά των τακτικών και των ατάκτων Αλβανών μάχας.
                                                                   *
   Ο αρχηγός Α. Κόρακας συνεκέντρωσε τα πλείστα των υπ’ αυτόν εθελοντικών σωμάτων εν Καλαρρύταις αναμένων εκεί τας διαταγάς του γενικού αρχηγού του στρατού της Ηπείρου όπως κανονίση την δράσιν του.[1]
   Περί την 20ήν Νοεμβρίου τέλος διετάχθη πλευρική επίθεσις εξ ανατολών κατά των Ιωαννίνων εν συνδυασμώ μετά της εκ Μετσόβου κατερχομένης δυνάμεως και του τακτικού στρατού προελαύνοντος κατά μέτωπον από των Πέντε Πηγαδίων.
   Η σύγχρονος και συνδυασμένη αύτη ενέργεια προ πολλού μελετημένη και κατεστρωμένη υπό του εν Άρτη αρχηγού του στρατού Ηπείρου προσέκοπτεν εις τας δυσυπερβλήτους λόγω του αποκρήμνου και αβάτου εδάφους δυσχερείας της μεταφοράς πεδινών και τοπομαχικών πυροβόλων και τοποθετήσεως εις τας επί των Πέντε Πηγαδίων θέσεις, οπόθεν θα εβάλλοντο επιτυχώς αι οχυραί θέσεις του εχθρού εν Μπιζάνη και Πεστοίς υποστηριζόμεναι υπό πλείστων τοπομαχικών πυροβόλων εν πυροβολείοις εκ τσιμέντου.
   Ο γενικός αρχηγός Κόρακας έχων το αρχηγείον του εγκατεστημένον εις Πράμαντα διέθετε διάφορα σώματα, τα οποία έπρεπε να προσβάλουν και εκτοπίσουν από υψηλοτάτας αποκρήμνους και οχυρωτάτας θέσεις τον έναντι Τουρκ. στρατόν κατανεμημένον, κατ’ ασφαλείς πληροφορίας εις την κωμόπολιν Συρράκου, τον Άγιον Γεώργιον του Συρράκου, το χωρίον Ντοβίδζανα, το χωρίον Μιχαλίτσι, το χωρίον Παλαιοχώρι, όπου ήτο έδρα λόχου.  Η γέφυρα Παπαστάθη, το χωρίον Κοντοβράκι είνε οχυρώταται θέσεις 2 ώρας εκείθεν της επί του Αράχθου γεφύρας του Παπαστάθη.

   Πρέπει να γνωσθή (δια τους αγνοούντας) ότι ο Άραχθος από των πηγών του, αι οποίαι κυρίως γεννώνται δια της συμβολής των δύο ποταμών των εκ Μετσόβου και Ζαγοριού καταρρεόντων (Ζαγορίτικου και Μετζοβίτικου) εις την θέσιν Μπαλτσίναν έως κάτω μέχρι της γεφύρας Σκλούπου παρά τα Κατσανοχώρια ήτοι επί μήκους 25-30 ωρών, ήτο όλος εις το Τουρκικόν έδαφος. Από της γεφύρας του Σκλούπου και κατωτέρω η αριστερά του όοχθη ήτο το σύνορον επί του Ελληνικού εδάφους. Ολίγον δε άνωθεν του Σκλούπου χύνεται εις τον Άραχθον ο Καλαρρυτινός ποταμός, ο οποίος και απετέλει το Ελληνοτουρκικόν σύνορον.
   Λοιπόν τα υπό την γενικήν αρχηγίαν του Κόρακα σώματα έπρεπε να δράσουν εις την μεταξύ του Καλαρρυτινού και του από γεφύρας Παπαστάθη και κάτω Αράχθου περικλειομένην ορεινοτάτην δύσβατον, απόκρημνον και δια βαθειών χαραδρών διατεμνομένην εις ύψος 900-1200 μέτρων χώραν και καθαρίζοντα αυτήν από του καλώς και οχυρώς εγκατεστημένου εχθρού να διέλθουν την γέφυραν Παπαστάθη και καταλάβουν ωρισμένας θέσεις.
   Όταν διετάχθη η επίθεσις, από βαθείας έτι νυκτός ισχυρά δύναμις εκ Καλαρρρυτών ευζώνων υπό τον Καλογερή ώδευσε μακράν και κινδυνώδη οδόν δια των χιονοφόρτων και αποκρήμνων κορυφών της οροσειράς Συρράκου όπως καταλάβη δεσπόζουσαν θέσιν άνωθεν του Παλαιοχωρίου.
   Λίαν δε πρωί άλλη δύναμις ευζώνων εκ Κρητών υπό τον λοχαγόν Τρυπογεώργον εβάδισε κατά της κωμοπόλεως του Συρράκου αποσπάσασα τμήμα όπως προσβάλη τον Άγιον Γεώργιον και εκείθεν κατέλθη την οδόν προς το χωρίον Ντοβίδζανα και Παλαιοχώριον.
   Την αυτήν περίπου ώραν διήρχοντο την γέφυραν Χρηστών (επί του Καλαρρυτινού) δύο ώρας μακράν των Πραμάντων τα υπό τον υπομοίραρχον Καρύδην σώματα ίνα καταλάβουν τα Ντοβίδζανα και εκείθεν ενούμενα μετά των εκ Συρράκου τμημάτων βαδίσουν ομού κατά του δίωρον εκ Ντοβιδζάνων απέχοντος Παλαιοχωρίου, όπου προεβλέπετο σοβαρά αντίστασις του εχθρού.
   Περί την 6.30΄ - 7 π.μ. έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί εις Συρράκον, Άγιον Γεώργιον και Ντοβίδζανα.
   Εις τον Άγιον Γεώργιον οι Τούρκοι περί τους 30 δεν έμειναν ούτε δια ν’ ανταλλάξωσι δέκα πυροβολισμούς. Ευθύς ως μακρόθεν αντελήφθησαν ημετέρους έρριψαν περί τους 30-40 πυροβολισμούς και ετράπησαν εις φυγήν προς τα κάτω ίνα δια της οδού Ντοβιδζάνων μεταβώσι εις Παλαιοχώριον.
   Οι πυροβολισμοί ούτοι αφύπνισαν τους εν τω σταθμώ Ντοβιδζάνων κοιμωμένους έτι Τούρκους στρατιώτας, οι οποίοι μη αναμένοντες επίθεσιν και υποψιασθέντες έτι μάλλον περί του κινδύνου της συλλήψεως ή του φόνου, ον διέτρεχον από άλλους πυροβολισμούς προώρως αυτυχώς ριφθέντας από ομάδα εθελοντών Καραθανάση πριν ή τα προηγηθέντα δια της γεφύρας Χρηστών και δια του ρεύματος του ποταμού άλλα τμήματα φθάσωσιν εις τας ορισθείσας θέσεις, ετράπησαν εν σπουδή εις το υψηλότερον μέρος του χωρίου και οχυρωθέντες όπισθεν βράχων τινών παρά την θέσιν Παληαγκορτσά ήρχισαν να πυροβολούν κατά των ανερχομένων εκ της γεφύρας Χρηστών ημετέρων. Την στιγμήν εκείνην ο υπομοίραρχος Καρύδης ευρίσκετο όρθιος και εις απόστασιν 400 περίπου μέτρων και πολύ χαμηλότερα προσπαθών να συγκεντρώση και κατευθύνη εις ωρισμένον σημείον τμήματά τινα, όταν κτυπάται υπό θραύσματος λίθου εις την δεξιάν χείρα, σχεδόν δε συγχρόνως σφαίρα πλήττει αυτόν εις τον αριστερόν μηρόν διαπεράσασα και τον αριστερόν και τον δεξιόν μηρόν ολίγον άνωθεν του γόνατος, χωρίς ευτυχώς να θίξη τα οστά.

 Μετά πρόχειρον επίδεσιν του τραύματος ο Καρύδης μετεφέρθη εις Χρηστούς και εκείθεν εις Πράμαντα τυχών αμέσως της δεούσης περιθάλψεως εις το χειρουργείον Στεφανίδου.
   Οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι υπό των ημετέρων κατέφυγον εις Παλαιοχώριον, προς την διεύθυνσιν δ’ αυτήν εξηκολούθησαν τον δρόμον των και οι ημέτεροι μετά των οποίων και περί τους 40 άνδρες ένοπλοι εκ του χωρίου Ντοβίδζανα.
   Την ώραν εκείνην αθρόοι πυροβολισμοί και χαρμόσυνοι κωδωνοκρουσίαι αντήχησαν από υψηλά από την κορυφήν του όρους. Οι Κρήτες μετά των ευζώνων κατελάμβανον τον Άγιον Γεώργιον, ον είχον εγκαταλείψει πρότερον, ως εγγράψαμεν ανωτέρω, φεύγοντες οι Τούρκοι.
   Εντός του Συρράκου η αντίστασις των Τούρκων εξηκολούθησε επί δύο ώρας και πλέον. Οι ημέτεροι υπό τον Τρυπογεώργον εισελθόντες εντός της πόλεως προσέβαλον τους Τούρκους εντός των οικιών εις τας οποίας ήσαν εστρατωνισμένοι.
   Τινές ηθέλησαν να σωθώσι πηδώντες από οικίας εις οικίαν, αλλά τους υπεδέχετο αμείλικτον το φονικόν πυρ των ευζώνων. Εκ των πυροβολισμών των Τούρκων επληγώθη βαρέως μία Συρρακιώτισσα. Ο λοχαγός Τρυπογεώργος μη θέλων πλέον να χάνη τον καιρόν του διέταξε την χρήσιν δυναμίτιδος εναντίον τριών οικιών, εκ των οποίων εξεδηλώθη η μεγαλυτέρα πεισμονή προς αντίστασιν και μετά τινα ώραν αι 3 οικίαι ανεφλέγοντο διαδοχικώς.
   Οι υπόλοιποι Τούρκοι ηναγκάσθησαν τότε να παραδοθώσιν ίνα μη υποστώσιν την τύχην των συναδέλφων των. Ούτω παρεδόθησαν εις τον Τρυπογεώργον εις αξιωματικός Βισέλ ονόματι εκ Καισαρείας, εις υπαξιωματικός και 35 στρατιώται. Τούρκοι εφονεύθησαν δέκα και εις ετραυματίσθη. Εκ των ιδικών μας ετραυματίσθησαν ελαφρώς εις εκ των Κρητών εις την χείρα και ο καβάσης του προξενείου Ιωαννίνων Λ. Λεπενιώτης πολεμήσας μετά των Κρητών. Οι αιχμάλωτοι ούτοι ωδηγήθησαν κατόπιν εις Καλαρρύταις.

   Πριν ή έτι παύση η μάχη και παραδοθούν οι Τούρκοι το Συρράκον, η πατρίς του Κωλέττη, επανηγύρισε την απελευθέρωσίν του εκ του τουρκικού ζυγού. Ο ενθουσιασμός και η χαρά των κατοίκων ανεκλάλητος. Η πόλις προσέλαβεν αμέσως εορτάσιμον και πανηγυρικήν όψιν σημαιοστολισθείσα απ’ άκρου εις άκρον δι’ ελληνικών σημαιών. Δάκρυα και ασπασμοί και επευφημίαι εν μέσω των χαρμοσύνων κωδωνοκρουσιών και των αναστασίμων πυροβολισμών. Το Συρράκον ήτο πλέον ελεύθερον δια της λόγχης της ελληνικής.
   …………………………………………………………………………………...

    Επίσης γενναία και ορμητική υπήρξεν η δράσις των άλλων ανταρτικών σωμάτων όσα κατήλθον δια Μετσόβου και τα οποία διετέλουν υπό τας διαταγάς του γενναίου Κρητός Α. Κριάρη.
   …………………………………………………………………………………......

                                                                  *
   Εν τω μεταξύ η Κυβέρνησις πεισθείσα ότι η εν Ηπείρω υπό τον Κ. Σαπουντζάκην στρατιωτική δύναμις ήτο ανεπαρκής να χωρήση κατά των Ιωαννίνων απεφάσισε την ενίσχυσιν αυτής δια μιάς μεραρχίας Μακεδονικού στρατού τοσούτω μάλλον καθ’ όσον ο εν Μακεδονία αγών εφαίνετο πλέον τερματισθείς.
   Την 28ην Νοεμβρίου αφίκετο εις Ήπειρον η υπό τον στρατηγόν Καλάρην Β΄ Μεραρχία, η εσφαλμένη δε εκτίμησις της οχυρότητος του Μπιζανίου και της δυνάμεως της αντοχής του εχθρού συνέτεινεν ώστε να χυθή αδίκως άφθονον αίμα και να συγκεντρωθούν κατά τον Δεκέμβριον εις Ήπειρον έτεραι τρεις ελληνικαί μεραρχίαι.
   Την 1ην Δεκεμβρίου όλος ο στρατός ο ευρισκόμενος από των Πεστών προς Βαρλαάμ και το Τέρροβον επροχώρησε προς το Μπιζάνι, παρακολουθούντων και των πυροβόλων. Την νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακήν ο στρατός είχε καταλάβη το δεξιόν και το αριστερόν μέρος του Μπιζανίου εις απόστασιν τριών μέχρι τεσσάρων χιλιάδων μέτρων από το κέντρον του Μπιζανίου.
   Ο Ελληνικός στρατός την πρωίαν της Κυριακής ευρίσκετο εις το δεξιόν του Μπιζανίου, όλη δε η έκτασις επί της οποίας ήτο παρατεταγμένος ο στρατός ήτο έκτασις δέκα περίπου χιλιομέτρων.
   Την πρωίαν της Κυριακής διετάχθη γενική επίθεσις εκ του δεξιού, το οποίον είχε πλησιάση εν τω μεταξύ εις απόστασιν 3.000 – 2.500 μέτρων. Πρώτοι επετέθησαν οι εύζωνοι.
   Η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας κρατερά και πεισματώδης. Οι Τούρκοι κατέχοντες τας προς το κέντρον του Μπιζανίου  λοφοσειράς επολέμησαν καθ’ όλην την ημέραν ερρωμένως. Προς την εσπέραν όμως ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν την πρώτην λοφοσειράν, οχυρωθέντες εις την δευτέραν.

   Πρέπει να σημειωθή ότι επί της πρώτης λοφοσειράς οι Τούρκοι είχον κατασκευάσει πρόχειρα προχώματα, είχον δε και πολυβόλα.
   Αι απώλειαι του στρατού μας την πρώτην ημέραν της επιθέσεως ήσαν ελάχισται. Την πρωίαν μόλις ήρχισεν η μάχη ετραυματίσθησαν δύο εύζωνοι. Γενικώς οι τραυματίαι και οι νεκροί ελάχιστοι.
   Την νύκτα το στράτευμα της δεξιάς πτέρυγος ευρίσκετο εν αναμονή εκ φόβου αιφνιδιασμού των Τούρκων. Τούτο όμως δεν εγένετο.
   Πολύ πριν χαράξη την Δευτέραν διετάχθη νέα επίθεσις. Οι Τούρκοι ενισχυθέντες την νύκτα εκ του κέντρου εδέχθησαν αμέσως την μάχην, η οποία παρετάθη εις όλα τα σημεία μέχρι της εσπέρας. Τα τουρκικά στρατεύματα υπεστήριζον ήδη τα πεδινά πυροβόλα των Τούρκων, των οποίων όμως το πυρ ηστόχει τελείως.
   Μία πυροβολαρχία μας κατορθώσασα να τοποθετηθή όπισθεν της καταληφθείσης πρώτης λοφοσειράς απησχόλει όλην την ημέραν τον εχθρόν υποστηρίζουσα την πρόοδον του στρατού μας.

   Προς την εσπέραν η ορμητικότης των ευζώνων κατώρθωσε να απωθήση τους Τούρκους και εκ της δευτέρας λοφοσειράς με σημαντικάς απωλείας αυτών. Αι απώλειαι του στρατού μας κατά την δευτέραν ταύτην επίθεσιν ήσαν επίσης ελάχισται, καθόσον αι θέσεις εκ των οποίων επολέμουν οι ιδικοί μας ήσαν οχυραί.
   Περί την 6ην εσπερινήν το πυρ εσίγησεν αμφοτέρωθεν την νύκτα δε αραιοί ηκούοντο πυροβολισμοί προερχόμενοι από μικροσυμπλοκάς περιπόλων.
   Από της τρίτης πρωινής ώρας της τρίτης ήρχισεν εκ νέου η μάχη γενικευθείσα και υπό δύο εισέτι λόχων.
   Η μάχη την ημέραν ταύτην ήτο κρατερωτέρα λόγω των τοπομαχικών πυροβόλων. Είνε αληθές ότι και κατά την τρίτην ταύτην ημέραν οι ημέτεροι κατώρθωσαν να διατηρήσουν εφ’ όλης της ημέρας τας θέσεις των.
   Επελθούσης της νυκτός η δεξιά πτέρυξ απεσύρθη ολόκληρος από τας κατεχομένας θέσεις και εβάδισε δεξιώτερα και πλησιέστερον προς το Μπιζάνι εις απόστασιν χιλίων μέχρι 1200 μέτρων από του κέντρου του Μπιζανίου.
   Συνέπεια τούτου ήτο και ο από βαθυτάτης νυκτός συνεχής κανονιοβολισμός δια των τοπομαχικών του εχθρού πυροβόλων και των προφυλακών μας και του καταυλισμού άνευ αποτελέσματος όμως.
   Καθ’ όλην την ημέραν το πυροβολικόν του εχθρού έβαλε συνεχώς, ενώ όλοι οι πέριξ του Μπιζανίου λόφοι επισημανθέντες υπό του εχθρού εγένοντο ο στόχος των πυροβόλων του και ηνάγκασε τους ημετέρους να είνε διά όλης της ημέρας κεκρυμμένοι όπισθεν των προχωμάτων των.
   Τα πράγματα είχον ούτω μέχρι της πέμπτης απογευματινής ώρας οπότε από όλων των σημείων των κατεχομένων υπό του στρατού μας μέχρι και του καταυλισμού ηκούσθησαν πυροβολισμοί. 
   Ο εχθρός επιμένων επεχείρησε την 5ην μ.μ. έφοδον εξ όλων των σημείων της δεξιάς πτέρυγος και της αριστεράς τοιαύτης.
   Οι αξιωματικοί μας εν τούτοις κατώρθωσαν ώστε ο στρατός να μη χάση την ψυχραιμίαν του και διέταξεν άμυναν προς απόκρουσιν του εχθρού όπερ και κατωρθώθη.
   Λόχος ευρισκόμενος εις προφυλακάς ήλθε κυριολεκτικώς εις χείρας μετά του εχθρού αποκρούσας αυτόν δια της ξιφολόγχης, αφού επολέμησαν επί μίαν ώραν ερρωμένως, με ελαχίστας απωλείας. Εκ των Τούρκων εφονεύθησαν περί τους πεντήκοντα, ετραυματίσθησαν ισάριθμοι, ηχμαλωτίσθησαν δε πέντε.
                 
   Αλλά και ο άλλος ο στρατός εκράτησε τας θέσεις του και μετά γενναιότητος απώθησε τον εχθρόν.
   Περί την 7ην μ.μ. το πυρ έπαυσεν απωθηθέντος του εχθρού εξ όλων των σημείων. Εν τω μεταξύ συνελέγησαν οι νεκροί και οι τραυματίαι μετεφέρθησαν εις το χειρουργείον. Ενώ δε οι ιατροί  περιεποιούντο τα τραύματα των ασθενών, οι Τούρκοι ημίσειαν ώραν μετά την παύσιν του πυρός απεπειράθησαν και νέαν επίθεσιν, απωθηθέντες εκ νέου.

   Οι ημέτεροι εκράτησαν τας θέσεις των.
   Την δευτέραν ημέραν της επιθέσεως της δεξιάς πτέρυγος, το πυροβολικόν μας κατώρθωσε να ανατινάξη αποθήκην πυρομαχικών του Μπιζανίου δι’ οβίδος πεσούσης επ’ αυτής. Την ανατίναξιν συνώδευσε τρομερός κρότος, πολύς καπνός και μεγάλη στήλη φλογός. Τούτο προυκάλεσε μεγάλην σύγχυσιν εις τον εχθρόν.
   Επίσης επεχείρησε και επιτυχή πτήσιν ο αεροπόρος Μουτούσης. Η εμφάνισις του ελληνικού αεροπλάνου και η δίοδος αυτού άνωθεν του Μπιζανίου γενομένη την τετάρτην απογευματινήν ώραν της Τετάρτης προυκάλεσε την χαράν του ελληνικού στρατού και την αγανάκτησιν εξ εναντίον των τούρκων, οι οποίοι επεχείρησαν έφοδον μετά μίαν ώραν. Ο Έλλην αεροπόρος Μουτούσης διευθυνθείς κατ’ αρχάς προς το Μέτσοβον και τα Ιωάννινα, διήλθεν άνωθεν του Μπιζανίου και κατώρθωσε να ρίψη επ’ αυτού δύο χειροβομβίδας, αι οποίαι προυξένησαν σύγχυσιν εις τους Τούρκους, οίτινες όμως επυροβόλησαν κατ’ αυτού διατρήσαντες το αεροπλάνον εις πολλά μέρη.
   Ο Έλλην αεροπόρος κατώρθωσε δι’ ελιγμού να φύγη και να φθάση εις ζώνην εκτός βολής και να προσγειωθή εις το Χάνι του Εμίν Αγά υπό τας φρενιτιώδεις ζητωκραυγάς του Ελληνικού στρατοπέδου.
   Την επαύριον ήρχισεν εκ νέου η μάχη, αλλά όχι με τόσην ορμήν. Τα Τουρκικά πυροβόλα ήδη δεν ηδύναντο να επιφέρουν μεγάλας βλάβας μη ευρίσκοντα στόχον.
   Προς την εσπέραν μόνον της Παρασκευής συνήφθη μάχη εις το δεξιόν κέρας, καθ’ ην οι ημέτεροι έτρεψαν εις φυγήν τον εχθρόν και κατέλαβον αρκετόν μέρος προς τα Ιωάννινα δημοσίας οδού επενεγκόντες συνάμα μεγάλας απωλείας εις τον εχθρόν.
   Το Μπιζάνι του οποίου τόσον ευχερή εθεώρει την άλωσιν το Ελληνικόν επιτελείον του στρατού Ηπείρου ήτο φρούριον απόρθητον.
   Το Μπιζάνι αποτελείται από λοφοσειράς αι οποίαι δεσπόζουν του δημοσίου δρόμου του κατευθυνομένου προς Ιωάννινα, εκ του αριστερού και των δρόμων οι οποίοι οδεύουν προς την αυτήν κατεύθυνσιν εκ του δεξιού. Αι λοφοσειραί αύται και άνευ τεχνικών έργων θα ήσαν οχυρώταται και όπισθεν αυτών οι Τούρκοι θα ηδύναντο να απασχολήσουν αρκετά τον στρατόν μας.
   Εις την φυσικώς οχυρωτάτην ταύτην θέσιν προσθέσατε ήδη τα τεχνικά οχυρωματικά έργα τα οποία είνε τεσσάρων ετών συνεχής εργασία εκτελεσθείσα υπό Γερμανών μηχανικών επί της τελευταίας λοφοσειράς αρκετά ευρείας και δεσποζούσης κυρίως της δημοσίας οδού. Επί της λοφοσειράς ταύτης κάτωθεν και προς βορράν της οποίας υπάρχουν περί τας πεντήκοντα οικίαι αποτελούσαι το χωρίον του Μπιζανίου.

   Επί της οροσειράς ταύτης είχον κατασκευασθή τα εξής πυροβολεία:
   Εν πυροβολείον με 9 πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων, βλέπον προς τον παλαιόν δρόμον, τον άγοντα δια Πέντε Πηγαδίων προς το Χάνι Μέσιο και την δημοσίαν οδόν Ιωαννίνων-Πρεβέζης.
   Δεύτερον πυροβολείον με 12 πυροβόλα των 12 υφεκατομέτρων, βλέπον προς τα χωρία Λεσιάνα και Σεριάνα και προς τον παλαιόν δρόμον των Πέντε Πηγαδίων, δεσπόζον των πλείστων διόδων και παρόδων των Κατσανοχωρίων. Το πυροβολείον τούτο δεν βλέπει προς την δημοσίαν οδόν Ιωαννίνων Πρεβέζης.
   Τρίτον πυροβολείον με δύο πυροβόλα των 15 υφεκατομέτρων, άτινα βλέπουσιν όπου και τα πυροβόλα του προηγουμένου.
   Έτερον πυροβολείον παρόμοιον βλέπει προς το χωρίον Κοντοβράκι, περιέχει δε τέσσαρα μυδραλλιοβόλα. Το πυροβολείον τούτο βλέπει προς τα αυτά μέρη, ιδίως προς το χωρίον Σεριάνα.
   Έτερον πυροβολείον υπήρχεν επί του αυχένος του Μπιζανίου, ωπλισμένον δια βαρέων τοπομαχικών, βλέπον προς την είσοδον της πεδιάδος και προς ολόκληρον την έκτασιν μέχρις Ιωαννίνων. 
   Άπαντα τα οχυρώματα ταύτα εκυκλούντο δια προχωμάτων πεζικού, άτινα διήκουσιν από της πεδιάδος μέχρι του Κοτσαλίου προς βορράν. Έμπροσθεν τούτων ήσαν συρματοπλέγματα προς παρεμπόδισιν της προελάσεως του πεζικού.
   Εκτός όμως των πυροβολείων των 9 πυροβόλων των 9 υφεκατομ., των 12 υφεκατομ., των 2 των 15 υφεκατομ., και των 4 μυδραλλιοβόλων, υπήρχον δύο έτερα πυροβολεία: εν με τέσσαρα ορεινά και έτερον με τέσσαρα μυδραλλιοβόλα μεγαλυτέρου διαμετρήματος των συνήθων. Ώστε εν όλω το Μπιζάνι ήτο οχυρωμένον με 35 πυροβόλα, εξ ων τα οκτώ μυδραλλιοβόλα.
   Προς εξυπηρέτησιν των πυροβόλων τούτων κατεσκευάσθησαν εις μέρη αθέατα τέσσαρες αποθήκαι υλικού πολέμου. Μία τούτων ανετινάχθη, ως είπομεν προηγουμένως, υπό οβίδος των βαρέων πυροβόλων του Διγενή. Ωσαύτως κατεσκευάσθησαν και δεξαμεναί ύδατος ως και τάφροι του φρουρίου, διήκουσαι εις μήκος τριών χιλιάδων μέτρων.
   Εν όλω εις οχυρωματικά έργα, τα οποία ήσαν κατεσκευασμένα πέριξ των Ιωαννίνων και τα οποία εδέσποζον και προεφύλαττον πάσας τας εις την πόλιν αγούσας οδούς και παρόδους, υπήρχον τοποθετημένα 109 εν όλω πυροβόλα. Τα πυροβόλα ταύτα είχον κατανεμηθή εις τα επόμενα χωρία:
   1) Εις τα ημίσειαν περίπου ώραν απέχοντα δύο χωρία Μέγα και Μικρόν Γαρδίκιον, κείμενα βορειοδυτικώς των Ιωαννίνων και απέχοντα τούτων περί τα εννέα χιλιόμετρα. Τα οχυρώματα ταύτα βλέπουν και δεσπόζουν των οδών Κορυτσάς, Ιωαννίνων και Αγίων Σαράντα.
   2) Εις το χωρίον Σανδοβίτσα κείμενον προς δυσμάς των Ιωαννίνων και απέχον τούτων περί τα επτά χιλιόμετρα. Τα πυροβόλα ταύτα εδέσποζον των διόδων και παρόδων Περατί, Γραμμένου, μέχρι Κοσμιρών.
   3) Εις την Μονήν Δουρούτης ή Περιστεράς, κειμένην νοτιοδυτικώς και απέχουσαν των Ιωαννίνων περί τα τέσσαρα χιλιόμετρα.
   4) Εις την επί του άκρου της λίμνης των Ιωαννίνων και νοτιοανατολικώς αυτών κειμένην Μονήν Γαστρίτσης, απέχουσαν της πόλεως περί τα τέσσαρα χιλιόμετρα. Το πυροβολείον τούτο δεσπόζει των ανατολικών παρόδων και της από Μετσόβου οδού.
   5) Εις την νήσον των Ιωαννίνων ήσαν τοποθετημένα δύο πυροβόλα προς απόκρουσιν των από βορρά και από μέρους της λίμνης επιθέσεων.
   6) Εις το χωρίον Πέραμα, κείμενον ΒΑ των Ιωαννίνων και απέχον τούτων περί τα τρία χιλιόμετρα. Το πυροβολείον τούτο εδέσποζεν επίσης προς ανατολάς μεν της λίμνης και προς βορράν της οδού Κορυτσάς-Ιωαννίνων.
   7) Εις τον Άγιον Νικόλαον, αντικρύ του Μπιζανίου, προς την είσοδον της πεδιάδος των Ιωαννίνων. Το πυροβολείον του αγ. Νικολάου εδέσποζε των παρόδων από Μανωλιάσσας, Δωδώνης και Θεριακίσης.
   Τα πυροβολεία ταύτα ήσαν εκ του είδους των μονίμων και συνεχών, άπαντα δε συγκοινωνούσι προς άλληλα και προς την πόλιν των Ιωαννίνων δι’ αμαξιτής οδού. Επίσης ήσαν συνδεδεμένα δια τηλεφωνικής γραμμής.
   Το δι’ έκαστον των πυροβόλων πυροβολείον έχει μέτωπον είκοσι μέτρων, η δε θέσις είνε σχήματος τραπεζίου, ούτινος η προσθία βάσις και αι δύο συγκλίνουσαι πλευραί έχουσι μήκος 6.50 και η μεγάλη βάσις 7.50.
   Αλλά το σύνολον της οχυρώσεως των Ιωαννίνων ως εξεκριβώθη μετά την άλωσιν επισήμως έχει ως εξής:
   α) Εν πυροβολείον με εξ θέσεις προς τοποθέτησιν 6 πυροβόλων των 9 υφεκατομέτρων (Calibre). Το πυροβολείον τούτο κατεσκευάσθη επί λόφου (Τας Ταπέ) ονομαζομένου Βίγλα και κειμένου ΒΔ του χωρίου Άνω Λαψίστας και ημίσειαν ώραν μακράν αυτής.
   Το πυροβολείον τούτο βλέπει προς τα χωρία Ροδοτόβι, Νεοχώρι κλπ. και δεσπόζει των ράχεων και πασών των επί των χωρίων τούτων παρόδων. Τα πυροβολεία του πυροβολείου τούτου κάμνουν στροφήν 35 εκατοστά του μέτρου και βλέπουσι τότε και δεσπόζουσι της δημοσίας οδού Ιωαννίνων-Χανίου-Λυκοστόμου-Βρύσης-Πασσά-Νεγράδων κλπ. απεχούσης της οδού ταύτης του πυροβολείου 2 χιλιόμετρα.
   β) Εν πυροβολείον με 12 θέσεις δια 12 πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Το πυροβολείον τούτο είνε κατεσκευασμένον ωσαύτως επί λόφου ονομαζομένου Αϊλιάς, κειμένου ΒΔ του Μεγάλου Γαρδικίου, 15 περίπου λεπτά της ώρας μακράν αυτού.
   Τα πυροβόλα του πυροβολείου τούτου βλέπουσι προς τους λόφους και τα μέρη των χωρίων Ροδοτόβι Τζοντίλας (των Κουρέντων) και Νεοχωρίου ως και προς την οδόν την άγουσαν εξ Ιωαννίνων εις Φιλιάτες, ης δεσπόζουσι.
   γ) Εν πυροβολείον με ενέα θέσεις των 9 πυροβόλων των 9 υφεκατομ. Το πυροβολείον τούτο είνε κατεσκευασμένον επί του λόφου «Μέγα Καστρί», κειμένου ΝΑ του Μεγάλου Γαρδικίου και Δ του Μικρού, αφ’ ων απέχει εξίσου περί το χιλιόμετρον.
   Τα πυροβόλα του πυροβολείου τούτου βλέπουσι προς το χωρίον Ροδοτόβι και τους εκατέρωθεν και άνω του χωρίου Ζονδύλης λόφους και παρόδους.
   Ταύτα δεν βλέπουσι ούτε την δημοσίαν οδόν Ιωαννίνων-Αργυροκάστρου ούτε την ειρημένην οδόν Ιωαννίνων-Φιλιατών.
   δ) Εν πυροβολείον με εξ θέσεις δι’ 6 πυροβόλα των 9 υφεκατομ. Το πυροβολείον τούτο κατεσκευάσθη επί λόφου ΒΑ του χωρίου Ζονδύλης (των Κουρέντων) και ημίσειαν περίπου ώραν μακράν αυτού, και βλέπει προς τους λόφους και τας παρόδους των χωρίων Ζονδύλης και Ραδοτοβίου.
   Το πυροβολείον τούτο δεν βλέπει ούτε προς την εξ Ιωαννίνων εις Αργυρόκαστρον άγουσαν δημοσίαν οδόν ούτε προς την εξ Ιωαννίνων εις Φιλιάτες τοιαύτην.
   Επομένως εν Γαρδικίω και Ζονδύλη κατεσκευάσθησαν τέσσαρα πυροβολεία, εφ’ ων ετοποθετήθησαν 33 πυροβόλα των 9 υφεκατ.
   Έμπροσθεν των πυροβολείων Γαρδικίου κατεσκευάσθη και πρόχωμα δια το πεζικόν. Ήτοι ανεσκάφη τάφρος 200-300 μέτρα μακράν των πυροβολείων, δυναμένη να περιλάβη δύο τάγματα περίπου στρατού. Η τάφρος έχει πλάτος ενός μέτρου και 50 εκατοστών και βάθος ενός μέτρου και 20 εκατοστών και ανεσκάφη προς το μέρος της δημοσίας οδού Ιωαννίνων-Αργυροκάστρου-Δελβίνου και Χανίου Λυκοστόμου.
   Δια το πυροβολείον της θέσεως «Μέγα Καστρί» και 150-200 μέτρα μακράν αυτού εις θέσιν κατά το μάλλον ή ήττον αθέατον κατεσκευάσθησαν δύο αποθήκαι προς τοποθέτησιν των πυροβόλων και του υλικού. Εξ αυτών η μεγάλη έχει μήκος 20 μέτρα και πλάτος 14, η δε μικρά, η προωρισμένη κυρίως δια τα πυρομαχικά, έχει μήκος 12 μ. και πλάτος 10 μέτρα.
   Ωσαύτως δια το πυροβολείον Ζονδύλης κατεσκευάσθησαν δύο αποθήκαι, μία μεγάλη και μία μικρά, των αυτών ως άνω διαστάσεων.
   Επίσης δια τα πυροβολεία του Γαρδικίου κατεσκευάσθησαν δύο αποθήκαι εντός των αμπέλων του χωρίου και 50 μέτρα περίπου μακράν αυτών μία μεγάλη και μία μικρά, παρόμοιαι προς τας ανωτέρω.
   Προς τούτοις κατεσκευάσθησαν και δύο δεξαμεναί (ομβροδέκται) ύδατος, εξ ων η μία εν τη θέσει Άγιος Ηλίας έχει χωρητικότητα 200 χιλιάδων οκάδων.
   Εν Σανδοβίτση είχον κατασκευασθή τα εξής πυροβολεία:
   1) Εν πυροβολείον με εξ θέσεις δι’ εξ πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Το πυροβολείον τούτο κατεσκευάσθη επί λόφου υψηλοτέρου όλων, ονομαζομένου «Ράχι Κυρ’ Αλέξη»  και κειμένου ΒΔ του χωρίου Σανδοβίτσα και 15 περίπου λεπτά μακράν αυτού.
   Το πυροβολείον τούτο βλέπει προς την πεδιάδα των Γραμμενοχωρίων και το χωρίον Ροδοτόβιον μέχρι του χωρίου Πρωτοπαπά και δεσπόζει της δια της πεδιάδος ταύτης διερχομένης οδού Ιωαννίνων-Φιλιατών.
   2) Εν πυροβολείον με ενέα θέσεις προς τοποθέτησιν 9 πυροβόλων ορεινών των 7 ½ υφεκατομέτρων.
   Το πυροβολείον τούτο είνε κατεσκευασμένον επί του λόφου «Βρυχτό» ή «Μάνδρα» κειμένου 40 περίπου λεπτά μακράν του χωρίου Σανδοβίτσης, προς δυσμάς αυτού, με μικράν απόκλισιν προς νότον.
   Τα πυροβόλα ταύτα βλέπουσι προς τους λόφους και τα μέρη τα μεταξύ του χωρίου Λιάσκου και των Γραμμενοχωρίων (Δόβρον, Περάτι, Κοβίλιανι, Τσεργίανη, Βράβαρη).
   3) Εν πυροβολείον με εξ θέσεις δι’ εξ πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Το πυροβολείον τούτο είνε κατεσκευασμένον επί των λόφων «Χατζιλέρου» και «Πύργου» ΝΔ του χωρίου Σανδοβίτσα. Τούτο βλέπει προς την χαράδραν Μπογιάζι του χωρίου Λιάσκου και δεσπόζει της εκείθεν διόδου ως και των λοιπών πέριξ αυτής μερών. Το πυροβολείον τούτο δύναται να συνδράμη και το πυροβολείον της  Μονής Δουρούτης ή Περιστεράς.
   Επομένως εν Σανδοβίτση υπήρχον 21 πυροβόλα, ήτοι 12 των υφεκατομέτρων και 9 των 7 ½ .
   Επίσης κατεσκευάσθησαν τέσσαρες αποθήκαι των αυτών προς το προηγούμενον πυροβολείον διαμετρημάτων ως και δύο δεξαμεναί ύδατος.
   Εν τη Μονή Δουρούτης δε τα εξής πυροβολεία:
   1) Εν πυροβολείον με θέσεις ενέα δι’ ενέα πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Τούτο είνε κατεσκευασμένον πλησίον της Μονής και βλέπει προς το χωρίον Κοσφερά και προς την ειρημένην χαράδραν του χωρίου Λιάσκου.
   2) Εν πυροβολείον με τέσσαρας θέσεις δια τέσσαρα πυροβόλα των 12 υφεκατομέτρων. Το πυροβολείον τούτο είνε κατεσκευασμένον επί του πλησίον κειμένου λόφου Δουρούτη. Κατεσκευάσθησαν επίσης τέσσαρες αποθήκαι πυρομαχικών και δύο δεξαμεναί ύδατος.
   Εις την νήσον των Ιωαννίνων είνε κατεσκευασμένον πυροβολείον επί του οποίου ετοποθετήθησαν δύο πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Ταύτα βλέπουσι προς τον Δρίσκον και τα κάτωθεν του όρους Μιτσικέλη μέρη.
   Εις το Πέραμα είχε κατασκευασθή εν πυροβολείον με δύο θέσεις δια δύο πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων. Τα πυροβόλα ταύτα βλέπουσι προς την πεδιάδα του Μεγάλου και Μικρού Μπισδούκη και εντεύθεν του όρους Μιτσικέλη προς τα Ιωάννινα.
   Τέλος εις τον Άγιον Νικόλαον, την οροσειράν, αριστερά τω εισερχομένω εις την πεδιάδα Ιωαννίνων εκ της δημοσίας οδού Φιλιππιάδος –Ιωαννίνων ετοποθετήθησαν δύο πυροβόλα των 9 υφεκατομέτρων.
   Τα πυροβόλα ταύτα βλέπουσι προς τας οροσειράς του Θεριακίου, της Μανωλιάσας, την Δωδώνην και τας πέριξ παρόδους.
   Ταύτα ήσαν εν πάση λεπτομερεία τα πέριξ των Ιωαννίνων οχυρωματικά έργα τα οποία έπρεπε να καταβάλη ο προελαύνων Ελληνικός στρατός.
   Αλλ’ οι διευθύνοντες τας πολεμικάς επιχειρήσεις της Ηπείρου υπετίμησαν την αξίαν τούτων και εθυσίασαν ματαίως όχι ολίγας χιλιάδας ανδρών εις εκπόρθησιν του απορθήτου ιδία Μπιζανίου, το οποίον κατά την γενικήν έφοδον την προκαλέσασαν την πτώσιν των Ιωαννίνων ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος δεν προσέβαλε αλλά παρέκαμψεν.
   Μετά την κατάληψιν της πρώτης λοφοσειράς των Πεστών το πεζικόν και οι εύζωνοι προελάσαντες επετέθησαν εναντίον των ωχυρομένων εις την Αετόρραχην Τούρκων. Η πάλη επί ώρας ολοκλήρους διεξήχθη στήθος προς στήθος και δια της λόγχης. Οι αξιωματικοί και οι στρατιώται έδειξαν απαράμιλλον ανδρείαν και καρτερικότητα. Διαταχθέντες να καταλάβουν την λοφοσειράν πάση θυσία εξετέλεσαν την διαταγήν μετά ζηλευτής τάξεως. Οι Τούρκοι ωχυρωμένοι εις τας κορυφάς ημύνθησαν επίσης μετά πείσματος, κρατήσαντες τας θέσεις των επί πολύ. Εν τέλει όμως καμφθέντες από την ορμητικότητα των ημετέρων ετράπησαν εις άτακτον φυγήν.
   Κατά την φυγήν των ταύτην, αφήκαν μίαν ολόκληρον πυροβολαρχίαν. Το εν εκ των πυροβόλων ευρέθη εντελώς κατεστραμμένον εξ οβίδος. Οι Τούρκοι φεύγοντες και καταδιωκόμενοι υπό του στρατού μας αφήκαν πολλά στρατιωτικά είδη, όπλα, πολεμοφόδια και σκηνάς. Η κατάληψις της Αετορράχης προεσήμανε και την πτώσιν της όλης λοφοσειράς των Πεστών. Ο στρατηγός Σαπουντζάκης μετά την μάχην έλεγεν ότι οι Τούρκοι, χάσαντες μίαν τοιαύτην τοποθεσίαν, θα εγκαταλείψουν ασφαλώς τα Πεστά την νύκτα.
   Ό,τι προανήγγειλεν ο στρατηγός τούτο και συνέβη. Οι Τούρκοι την νύκτα εγκατέλειψαν τα Πεστά, τραπέντες εις το Μπιζάνι και τα άλλα οχυρώματα των Ιωαννίνων. Φοβούμενοι καταδίωξιν κατά την νυκτερινήν υποχώρησίν των, ήναψαν φωτιαίς καθ’ όλην την έκτασιν του στρατοπέδου. Η αυγή ανέτειλε χωρίς να εύρη ούτε σκιάν Τούρκου εις την οροσειράν των Πεστών.
    Την πρωίαν ο στρατηγός Σαπουντζάκης, υποπτευόμενος τούτο, διέταξε λεπτομερή κατόπτευσιν, πράγματι δε μετά την εκτέλεσιν αυτής έφιππος αγγελιαφόρος ανήγγειλεν ότι οι Τούρκοι υπεχώρησαν την νύκτα.
   Μετά τούτο εξετέλεσαν κατόπτευσιν τα μέλη του Επιτελείου, τα οποία έφθασαν μέχρι των προφυλακών των Τούρκων, προ του Μπιζανίου.
   Κατόπιν τούτου διετάχθη η γενική προέλασις του στρατού μας.
   Αλλ’ η προέλασις ανεχαιτίσθη υπό του πολυαρίθμου πυροβολικού του εχθρού εναντίον του οποίου το ημέτερον πυροβολικόν στερούμενον βαρέων πολιορκητικών πυροβόλων ήτο αδύνατον να αντιταχθή, τα μόνα δε τοπομαχικά της βαρείας μοίρας Διγενή ήσαν ανεπαρκή να παραταχθώσι κατά των πολυαρίθμων εχθρικών.
    Το δε επιτελείον απεφάσισε να καταλάβη θέσεις του εχθρού καλώς ωχυρωμένας μόνον δια του πεζικού, και επολέμησε μεν γενναίως το πεζικόν και το ευζωνικόν, αλλά εδεκατίσθησαν και εξηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν πάλιν τας θέσεις ας κατέλαβον κατόπιν μεγάλων απωλειών, χάρις εις το πυρ υπερκειμένων εχθρικών πυροβόλων.
   Αλλά ταυτοχρόνως είχεν αποτύχει και απόπειρα γενομένη δια των Αγίων Σαράντα και ήτις κακώς διαταχθείσα επί τη βάσει εσφαλμένων πληροφοριών ολίγον έλειψε να στοιχίση την πανωλεθρίαν 1800 ανδρών υπό τον συνταγματάρχην Μέξαν.
   Η απόβασις εις Αγίους Σαράντα του υπό τον συνταγματάρχην Μέξαν 1ου πεζικού συντάγματος είχε διαταχθή υπό του υπουργείου των Στρατιωτικών, επί τω σκοπώ του ν’ απειλήση τα νώτα του εν Ιωαννίνοις Τουρκικού στρατού και αναγκάση αυτόν ν’ αποσπάση εκείθεν δυνάμεις, ίνα διευκολυνθή ούτως η προέλασις του ημετέρου στρατού επί του μετώπου.
   Η κίνησις αύτη απέσπασε εκ των δυνάμεων του Τουρκικού στρατού  Ιωαννίνων 6 χιλιάδας πεζικού, 3 πυροβολαρχίας και πλήθος ατάκτων, ανερχομένων εις 2 χιλιάδας περίπου.
   Η υπό τον Μέξαν φάλαγξ μη υποπτεύουσα την ύπαρξιν τόσης εχθρικής δυνάμεως στερουμένη δε εντελώς και πυροβολικού ολίγον έλειψε να καταστραφή ολοσχερώς, κατώρθωσεν όμως με μικράς σχετικώς απωλείας, εγκαταλείψασα άπαντα τα μεταγωγικά της να περισωθή εις την παραλίαν υπό την προστασίαν του στολίσκου του Ιονίου επί του οποίου επιβιβασθείσα διεπεραιώθη εις Κέρκυραν.
   Κατά την υποχώρησιν ετραυματίσθη και ο συνταγματάρχης Μέξας.

                                                              *
   Αι μάχαι κατά το πρώτον ιδίως δεκαπενθήμερον του Δεκεμβρίου εξηκολούθησαν λυσσώδεις, αδίκως δε εχύθη το αίμα τόσων χιλιάδων γενναίων ανδρών.....

   Αλλ’ οι εχθροί αντί να εξασθενήσωσιν, όπως παρίστανε τούτους ο τύπος, τουναντίον ενισχύοντο μεγάλως υπό του εκ του Μοναστηρίου δια Κορυτσάς κατελθόντος στρατού και από αμυνομένων έλαβον αίφνης στάσιν επιθετικήν, αναγκάσαντες τους ημετέρους να λάβωσι θέσιν αμύνης. Πολυπληθή ιδίως σώματα Τουρκαλβανών επεχείρουν νυκτερινούς αιφνιδιασμούς οι οποίοι εστοίχιζον όχι ολίγον εις τους ιδικούς μας.
   Όπως εξαπατήσουν δε τους Έλληνας κατέφευγον οι Τουρκαλβανοί εις παντοειδή τεχνάσματα. Ιδού εν εκ των απείρων τεχνασμάτων.
   Εις την δεξιάν πτέρυγα μίαν ημέραν του Δεκεμβρίου το τουφέκι ήνοιξεν επίσης λυσσώδες και εξηκολούθησε μέχρι της εσπέρας. Είχε σουρουπώσει πλέον καλά και αι σκιαί η μία μετά την  άλλην εκάλυπτον τα αιματοβαμμένα καταρράχια, όταν μέχρι του εθελοντικού λόχου των εκ Ν. Υόρκης[2] Ελλήνων έφθασαν μερικαί κραυγαί.
- Τεσλίμ, αμάν τεσλίμ και συγχρόνως διεγράφησαν εις το θαμπόν λυκόφως τα σχήματα πεντάδος φεσιών.
   Ο λοχαγός Τσιμπουράκης στέλλει τρεις άνδρας με εφ’ όπλου λόγχην να τους ερωτήση τι θέλουν.
   Οι νυκτερινοί αυτοί επισκέπται εβεβαίωσαν ότι αντιπροσωπεύουν τρία ταμπούρια δηλαδή περί τους 1500 άνδρας, οι οποίοι διότι δεν αντέχουν πλέον εις την πείναν και τας κακουχίας θέλουν να παραδοθούν, αλλά εις τον αξιωματικόν του σώματος.
   Συνοδευόμενοι υπό των στρατιωτών ωδηγήθησαν μέχρι του Τσιμπουράκη.
   -  Μπέσσα για μπέσσα, τους είπε, δεν σας πειράζουμε και διέταξε να τους αφαιρέσουν τα ξίφη. Αλλά οι Τούρκοι επισκέπται αντέστησαν.
   -  Όχι, είπαν. Ημείς ελάβομεν αυτάς τας διαταγάς να παραδοθώμεν μαζύ με τους άλλους με τα όπλα μας και αν αυμφωνήτε θα επιστρέψωμεν εις τους αξιωματικούς μας να τους το αναγγείλωμεν.
   Χίλιαι υποψίαι επέρασαν από την σκέψιν του Έλληνος λοχαγού.
   Αντελήφθη ότι ήσαν κατάσκοποι και το προτιμότερον θα ήτο να τους φιλοδωρήση από μίαν τουφεκιάν.
   Αλλά εάν επρόκειτο περί παραδόσεως; Εάν πράγματι οι άνθρωποι αυτοί ήθελαν να παραδοθούν;
   Τους αφήκε ελευθέρους να διαβιβάσουν τους δια την παράδοσιν όρους και μετέβαλε θέσεις δια παν ενδεχόμενον.
   Μετά παρέλευσιν ενός τετάρτου της ώρας η Μουσουλμανική ατιμία, εάν δεν εθριάμβευσε, πάντως μάς εστοίχισεν.
   Οι Τούρκοι επετέθησαν και το ελληνικόν πυρ τους εθέρισεν, αλλά με αρκετάς ζημίας και των ημετέρων.
   Εκεί ετραυματίσθησαν επικινδύνως ο εύελπις λοχίας Ρωσσέτης, ο έφεδρος υπολοχαγός Δαρής και ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Θ. Πολίτης.
   Υπ’ αυτάς τας συνθήκας και τας ατιμίας μαζύ διεξήγοντο αι μάχαι της Ηπείρου. Διότι οι αιφνιδιασμοί, αι έφοδοι, αι επιθέσεις και όλον το λοιπόν λεξιλόγιον της πολεμικής τέχνης είχον χάσει εκεί επάνω από την συχνήν επανάληψιν την σημασίαν των.
   Επί δεκαεπτά ημέρας ολόκληρος ο στρατός μας διήλθεν με το όπλον εις τας χείρας. Η μάχη δεν έπαυεν ούτε στιγμήν. Οι Τούρκοι, κύριοι της πεδιάδος των Ιωαννίνων, την οποίαν προήσπιζον τα γύρωθεν οχυρωματικά έργα, συνεκέντρουν τας δυνάμεις των και επετίθεντο πότε κατά του ενός τμήματος του στρατού μας και πότε κατά του άλλου.
   Επί μίαν εβδομάδα επετίθεντο κατ’ επανάληψιν κατά του αριστερού μας, κατέχοντος την λοφοσειράν του Προφήτου Ηλιού. Το πυροβολικόν του Αγίου Νικολάου και του Μπιζανίου έβαλλε συγχρόνως υποβοηθούν την επίθεσιν των Τούρκων.
   Τα τάγματα του πρώτου συντάγματος, του εβδόμου και του τρίτου, παρ’ όλην την βροχήν των οβίδων, κατώρθωσαν επιδείξαντα υπεράνθρωπον αντοχήν και ανδρείαν, να κρατήσουν τας θέσεις των. Τούτο ήτο σημαντικόν, δεδομένου ότι εις το σημείον εκείνο ευρέθησαν πολύ υπέρτεραι δυνάμεις, ανερχόμεναι εις πολλάς χιλιάδας. Εκεί είχομεν παραδείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας. Αξιωματικοί και οπλίται ερρίπτοντο εις το πυρ μετά πρωτοφανούς γενναιότητος. Ως εκ τούτου είχομεν ικανόν αριθμόν νεκρών και τραυματιών. Μεταξύ των άλλων εφονεύθη γενναίως μαχόμενος ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Σπυρίδων Καλάρης, υιός του στρατηγού και μεράρχου Καλάρη.
   Ο νεκρός μετεφέρθη μετ’ ολίγον ενώπιον του στρατηγού και ο Καλάρης, ως αρχαίος Σπαρτιάτης, αφού ησπάσθη αυτόν, τον απέστειλε προς ενταφιασμόν εις Φιλιππιάδα. Αυτός παρέμεινεν εις την γραμμήν του πυρός, ενθαρρύνων και εγκαρδιώνων τους άνδρας της μεραρχίας του.
   Εις το σφοδρότατον πυρ ερρίφθη ο τρίτος λόχος του πρώτου συντάγματος εις τον Προφήτην Ηλίαν. Εκεί εύρεν ηρωικόν θάνατον ο έφεδρος λοχίας Λουκιανός, ο γνωστός εις την Αθηναϊκήν κοινωνίαν καθηγητής της Σχολής των Υπαξιωματικών και φιλόλογος. Επολέμησεν ως ήρως και απέθανεν ηρωικώτερον. Ετραυματίσθη κατ’ επανάληψιν και όμως δεν απεμακρύνετο του πεδίου της μάχης. Παρέμεινεν εκεί μέχρις ότου σφαίρα τουρκική έπληξεν αυτόν καιρίως.
   Η μάχη, αδιάκοπος και σφοδρά, εξηκολούθησε νύκτα και ημέραν. Οι Τούρκοι προφανώς θέλοντες να εξαντλήσωσι τους ημετέρους δεν άφιναν στιγμήν χωρίς να επιτίθενται πότε εις το αριστερόν και πότε εις το κέντρον.
   Αι ενισχύσεις τας οποίας είχον λάβει οι Τούρκοι επέτρεπον εις αυτούς να διαθέτουν δυνάμεις δια μεγαλυτέραν απασχόλησιν του στρατού μας. Ήτο πλέον βεβαιωμένον ότι προ ολίγων ημερών εισήλθον εις τα Ιωάννινα δώδεκα χιλιάδες περίπου στρατού εκ των υπολειμμάτων του Μοναστηρίου. Ο στρατός ούτος κατ’ αρχάς απεμονώθη εις τα διάφορα χωρία των Ιωαννίνων εκ φόβου μόπως μεταδώση τον πανικόν εις το άλλο στράτευμα.
   Τας τελευταίας όμως ημέρας πάσαι αι στρατιωτικαί αύται δυνάμεις συνελέγησαν και συνετάχθησαν, διατεθέντων νέων όπλων, ιματισμού και αφθόνων τροφίμων. Τοιουτοτρόπως, ενισχύθη σημαντικώς η φρουρά των Ιωαννίνων.
   Ο στρατάρχης του Μοναστηρίου Αλή Ριζά, φθάσας επίσης εις Ιωάννινα, παρέμενεν εις το χωρίον Δολιανά, όπου είχε το στρατηγείον του συνεργαζόμενος μετά του Εσσάτ.
    Η κατάστασις αύτη ήρχισε να επιδρά επί του ηθικού του στρατεύματος, το οποίον ήρχισε να πείθηται ότι εθυσίαζε ματαίως το αίμα του.
   Αλλά πλην τούτων ήρχισε να επιδρά επί του στρατεύματος και παραλυσία εις την οποίαν είχε περιέλθει η υγειονομική υπηρεσία και μετ’ αυτής και η επιμελητεία, η δε Κυβέρνησις φοβηθείσα αποσύνθεσιν του στρατεύματος απεφάσισε να ενισχύση τούτο δια τριών έτι μεραρχιών και προς τούτο ανέπτυξεν εις τον Διάδοχον τότε ήδη αρχιστράτηγον Κωνσταντίνον την ανάγκην όπως μεταβή αυτοπροσώπως μετά του επιτελείου του εις την Ήπειρον και αναλάβη την διοίκησιν του στρατού.
   Η Κυβέρνησις επίσης αισθανομένη ότι η κοινή γνώμη ήρχισε να γογγύζη προέβη εις την δημοσίευσιν του εξής ανακοινωθέντος:
   «Η προχθεσινή επίθεσις κατά της αριστεράς πτέρυγος του εν Ηπείρω στρατού απεκρούσθη μετά μεγάλης επιτυχίας. Χθες καθ’ όλον το μέτωπον τα στρατεύματα απέκρουσαν νικηφόρως τας επιθέσεις. Σήμερον οι Τούρκοι προσέβαλον το κέντρον της παρατάξεως.
   Η επίθεσις αύτη επίσης απεκρούσθη. Ούτω και κατά τας τρεις ημέρας τα γενναία στρατεύματά μας έσχον επιτυχίας.
   Ισχυραί ενισχύσεις απεστάλησαν όπως κατασταθή τάχιστα ο ημέτερος στρατός κύριος των Ιωαννίνων.
   Και έτεραι ενισχύσεις αποστέλλονται όπως επιτευχθή το αποτέλεσμα τούτο με ολιγωτέρας απωλείας».

                                   Εν Αθήναις 19 Δεκεμβρίου 1912
                             (Εκ του Υπουργείου των Στρατιωτικών)


   Αλλά και άλλη επείγουσα παρίστατο ανάγκη όπως κυριευθούν τα Ιωάννινα, και η ανάγκη η προκύψασα εκ του Αλβανικού ζητήματος και της ημιεπισήμου προτάσεως της Ιταλίας όπως πρωτεύουσα του ιδρυθησομένου Αλβανικού κράτους ανακηρυχθούν τα Ιωάννινα.
   Το ζήτημα τούτο ανησύχησε σφόδρα την Ελληνικήν Κυβέρνησιν ήτις έσπευδε να προκαταλάβη πάσαν ενέργειαν των εχθρών της Ελλάδος παρουσιάζουσα το τετελεσμένον γεγονός της πτώσεως των Ιωαννίνων και της κατοχής αυτών υπό του Ελληνικού στρατού.
   Προς τούτο αφού συνεκεντρώθησαν εν Ηπείρω περί τας 80.000 ελληνικού στρατού ήρξαντο από των πρώτων ημερών του Ιανουαρίου συνεχείς έφοδοι και επιθέσεις, ενώ ο μετ’ ολίγον καταφθάσας Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος έθετεν εις εφαρμογήν το σχέδιον το οποίον επήνεγκε την πτώσιν της περιμαχήτου πόλεως.
   …………………………………………………………………………………..

                                                                  *
   Αλλ’ ωρίμαζεν ήδη ο χρόνος της πτώσεως της περιμαχήτου πόλεως.
   Το σχέδιον του Διαδόχου προς άλωσιν των Ιωαννίνων ήτο να επιτεθή ισχυρώς δια του αριστερού του, τηρών δια του δεξιού και του κέντρου ως και δια της μάζης του πυροβολικού δεσμίους τας απέναντι, από Μπιζανίου μέχρι Γαστρίτσης, εχθρικάς δυνάμεις και εξαπατών ούτω τον εχθρόν  επί των πραγματικών προθέσεών του.
   Η επιχείρησις ήτο εκ των δυσχερεστάτων και έπρεπε να εκτελεσθή μετά αστραπιαίας ταχύτητος και αυστηροτάτης μυστικότητος προ του ο εχθρός αντιληφθή την μετακίνησιν των δυνάμεων προς το αριστερόν, όπερ μέχρι της στιγμής εκείνης δεν ήτο αρκούντως ισχυρόν δια τοιαύτην επιχείρησιν.
   Προς τούτο τα σώματα άτινα προωρίζοντο όπως ενισχύσωσι το αριστερόν είχον εκ των προτέρων διαταχθή να ώσιν έτοιμα προς εκκίνησιν εις πρώτην διαταγήν, προς άγνωστον διεύθυνσιν.
   Όταν επέστη η στιγμή της εφαρμογής του σχεδίου και τα σώματα ετέθησαν εις κίνησιν, η επίθεσις θα επηκολούθει τόσον ραγδαίως ώστε ο εχθρός δεν θα ελάμβανε καν τον καιρόν να δεχθή τας περί τούτου πληροφορίας.
   Τα μέλλοντα να εκτελέσωσι την κυρίαν ταύτην επίθεσιν στρατεύματα απετελέσθησαν κυρίως εκ των σωμάτων της 2ας και της 4ης Μεραρχίας ενισχυθέντα και υφ’ ενός συντάγματος εκατέρας των λοιπών δύο μεραρχιών 6ης και 8ης, ως και τινων ορειβατικών πυροβολαρχιών και υπήχθησαν υπό την ανωτέραν διοίκησιν του υποστρατήγου Μοσχοπούλου.
   Τα στρατεύματα ταύτα είχον διαιρεθή εις τρεις φάλαγγας, υπ’ αριθ. 1, 2 και 3. Εκ τούτου η μεν πρώτη θα επετίθετο δια των υψωμάτων της Μανωλιάσσας προς το υψόμετρον 750, η 2α θα διήρχετο δια της στενωπού Μανωλιάσσας μετά την κατάληψιν του υψομέτρου 750, η δε 3η, η άκρα αριστερά φάλαγξ, ης η ενέργεια θα προηγείτο της των ανωτέρω δύο, είχε να εκτελέση το δυσχερέστερον, αλλά και σπουδαιότερον συνάμα έργον, διότι εκ της επιτυχίας του έργου τούτου εξηρτάτο η επιτυχία της όλης επιχειρήσεως. Αύτη είχε πρώτον να εκτελέση μακράν, εσπευσμένην και εις άκρον δυσχερή πορείαν δια των δυτικών κλιτύων του όρους Ολύτσικα, είτα δε να επιτεθή αιφνιδίως κατά των οχυρών θέσεων της Τσούκας, του Αγίου Νικολάου και της Δουρούτης.
   Η άλωσις των δύο τούτων θέσεων εξησφάλιζε την ενέργειαν των δύο λοιπών φαλάγγων της 1ης και της 2ας και διηυκόλυνε την προέλασιν αυτών, η δε άλωσις και της Δουρούτης επέφερε την κύκλωσιν του τε Μπιζανίου και των κυρίων εχθρικών δυνάμεων.
   Η 19η Φεβρουαρίου εξημέρωσε με ασυνήθη κίνησιν εις τα προ των Ιωαννίνων Ελληνικά στρατόπεδα. Με νευρικήν σπουδήν προητοιμάζοντο από της νυκτός ήδη μετασταθμεύσεις προς άγνωστον διεύθυνσιν. Τι συνέβαινε; Προητοιμάζετο η επίθεσις κατά των Ιωαννίνων δι’ αιφνιδιασμού.
   Η θυελλώδης κατάστασις της ατμοσφαίρας δεν ήτο πρόσκομμα εις τας φάλαγγας, αίτινες μετ’ ολίγον εκινούντο προς το αριστερόν οπόθεν έμελλε να γίνη η αποφασιστική ενέργεια.
   Έσπευδον εν σιγή περιβαλλόμεναι υπό του μυστηρίου του αγνώστου, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης η γενικώς κυκλοφορούσα φήμη έφερεν ότι η κυρία επίθεσις θα εγίνετο εκ του δεξιού, εναντίον του Μπιζανίου, του Κοτσελιού και της Γαστρίτσης.
   Περί το εσπέρας ήδη ήσαν συγκεντρωμένα περί το Κοπάνι, το αριστερώτερον τούτο σημείον της παρατάξεώς μας, το 1ον σύνταγμα, το 7ον και το 1ον ανεξάρτητον τάγμα, όλα εκ της δευτέρας Μεραρχίας, εν τάγμα του 11ου συντάγματος, δύο ορειβατικαί πυροβολαρχίαι και δύο χειρουργεία.
   Τα στρατεύματα ταύτα συνεκρότουν ήδη την 3ην φάλαγγα, ήτις έμελλε να εκτελέση τον αιφνιδιασμόν προς άλωσιν των Ιωαννίνων. Αρχηγός ταύτης είχε διορισθή ο συνταγματάρχης Δελαγραμμάτικας με επιτελάρχην του τον λοχαγόν Παπαβασιλείου και αξιωματικούς του επιτελείου του τον λοχαγόν Πέτσαν και υπίλαρχον Σκανδάλην και υπασπιστήν του τον λοχαγόν Καρακατσώνην, όλους εκ της 2ας Μεραρχίας.
   Αυστηρά διαταγή του Στρατηγείου διέτασσεν όπως ούτε αυτοί οι διοικηταί των σωμάτων είνε εν γνώσει του τέρματος της πορείας των και του σκοπού. Πάντες υπέθετον ότι πρόκειται περί πολεμικής επιχειρήσεως, ουδείς όμως υπώπτευσεν ότι απετέλει μέρος της φάλαγγος εκείνης εξ ης, ως εκ νήματος, εκρέματο η επιτυχία της όλης επιχειρήσεως του Ελληνικού στρατού, ουδείς υπώπτευεν ότι έμελλε να εκτελέση νυκτερινήν επίθεσιν δια να κυριεύση δι’ αιφνιδιασμού τα φρούρια της Τσούκας και του Αγίου Νικολάου δια να ανοίξη τον δρόμον των λοιπών δύο φαλάγγων της αριστεράς πτέρυγος, αίτινες μετ’ ανυπομονησίας ανέμενον την λύσιν του γορδίου δεσμού όπως εξορμήσωσι κατά της Μανωλιάσσας, ουδείς τέλος υπώπτευεν ότι έμελλε να κυριεύση το φρούριον Δουρούτη και να φράξη ούτω την προς Ιωάννινα υποχώρησιν, κυκλώνων το Μπιζάνι και ολόκληρον τον Τουρκικόν στρατόν και αναγκάζων εντός της αυτής ημέρας τον πείσμονα Εσσάτ εις παράδοσιν.
   Η βαθεία σιγή του στρατοπέδου Κοπάνι την νύκτα της 17ης ουδέν επρόδιδε εξ όσων η αμερίμνως κοιμωμένη 3η φάλαγξ εκέκλητο να επιχειρήση.
   Η 18η εξημέρωσε χιονοσκεπής, συνοδευομένη υπό σφοδρού βορρά. Τα αντίσκηνα ευρίσκοντο ήδη επί των ώμων των μελλόντων ηρώων, οίτινες με την κεφαλήν εντός των επικράνων εβάδιζον ήδη.
   Επορεύοντο εις μακράν φάλαγγα ο εις όπισθεν του άλλου.
   Το πλάτος του μονοπατίου δεν επέτρεπεν ούτε τετράδας ούτε δυάδας. Η φάλαγξ διηυθύνετο προς Τόσκες ακολουθούσα τας μεσημβρινάς κλιτύς της Ολύτσικας, του υψηλού εκείνου, αποτόμου και διαρκώς χιονοσκεπούς όρους, το οποίον πολύ μακρόθεν αντικρύζει ο οφθαλμός, μόλις πατήση τις το έδαφος της Ηπείρου. Εις Τόσκες η φάλαγξ δεν εσταμάτησε. Εξηκολούθησε την πορείαν της προς Τσερίτσανα.
   Μέχρι Τόσκες το μονοπάτι ήτο κακόν μεν αλλ’ υποφερτόν οπωσδήποτε. Εκεί εδιχάζετο, ο εις κλάδος, ο αριστερός, ήτο ο σχετικώς καλλίτερος. Ο δεξιός όμως, τον οποίον επρόκειτο να ακολουθήσωμεν, μας έλεγον, ότι μόλις και μετά μεγίστων δυσχερειών ήτο διαβατός μόνον εις πεζούς. Μετά βροχήν δε και εις αίγας αδιάβατος.
   Την αλήθειαν της φήμης ταύτης δεν εβραδύναμεν να πιστοποιήσωμεν. Μόνον εάν περάση κανείς αυτόν τον δήθεν δρόμον δύναται να συλλάβη ακριβή ιδέαν της φύσεως αυτού. Δεν είναι μόνον στενός, ανωφερής, κατωφερής ή απότομος, είναι χαραγμένος επάνω εις ένα έδαφος κυριολεκτικώς σεσηπός. Ο πους βυθίζεται εις το τέλμα μέχρι γόνατος. Τέλμα επί κλιτύος βουνού! Πρωτοφανής ιδιοτροπία της φύσεως.
   Ευτυχώς ότι είχε προηγηθή της πορείας μας κατά την νύκτα ο παγετός εκ του ψυχρού βορρά, ο οποίος είχε δώσει συνεκτικότητά τινα εις τον πηλόν εφ’ ου εβαδίζομεν. Άλλως δεν θα επερνούσαμεν απ’ εκεί.
   Τα ορειβατικά μας πυροβόλα και τα μεταγωγικά ηκολούθησαν, εννοείται, την άλλην οδόν, δια Λίπας, μακροτέραν μεν αλλά σχετικώς ευβατοτέραν.
   Το φοβερώτερον όμως μέρος της πορείας μας ήτο εις την θέσιν Ρίπα. Εκεί ευρέθημεν αίφνης προ ευρείας, αποτόμου και βαθείας χαράδρας όπου παν ίχνος μονοπατίου εξηφανίζετο. Έπρεπε να μαντεύση τις πού τούτο υφίστατο άλλοτε.
   Το έδαφος εκεί δεν διέφερε του σάπωνος. Μία βροχή ήρκει δια να διαλύση και συμπαρασύρη το χαραχθέν επί της αποτόμου και ολισθηράς κατωφερείας ίχνος και η βροχή αύτη είχε προηγηθή. Ο παγετός και η χιών της νυκτός δεν είχε πολύ ωφελήσει, διότι όταν εφθάσαμεν εκεί ο ήλιος είχεν ήδη επενερηγήση δια της θερμότητός του ανοικτιρμόνως.
   Δια να κατέλθη τις εις το βάθος της χαράδρας και να ανέλθη πάλιν επί της απέναντι κλιτύος ήτο αληθές πρόβλημα και μαρτύριον. Εις παν προσεκτικόν βήμα κίνδυνος ολισθήσεως άνευ ελπίδος σταματήσεως προ του πυθμένος. Διάστημα ενός τετάρτου της ώρας ίσως μόνον μάς εδαπάνησε τουλάχιστον μίαν και ημίσειαν ώραν.
   Η αυτή πορεία, άνευ ευτυχώς νέας Ρίπας εξηκολούθησε μέχρι Τσερίτσανα όπου διενυκτερεύσαμεν υπό χιόνα και εκείθεν μέχρι Μπασισούς, του τέρματος.
   Όταν εφθάσαμεν εκεί όλοι εσκεπτόμεθα εάν δεν ήτο ήδη μέγα κατόρθωμα το ότι εξετελέσαμεν την πορείαν ταύτην.
   Είχομεν ήδη διαδράμει όλας τας μεσημβρινάς και δυτικάς κλιτύς της Ολύτσικας, ως μόνον αντιστάθμισμα έχοντες το υπέροχον πανόραμα της λάκκας του Σουλίου, ήτις εξετείνετο προ των ποδών μας, πλαισιουμένη εις το βάθος υπό των υπερηφάνων ιστορικών ορέων.
   Το χωρίον Μπασισούς ήτο το σημείον όπου έπαυε ο όγκος της Ολύτσικας να καλύπτη την κίνησίν μας από τας όψεις του εχθρού. Από το σημείον τούτο θα εστρεφόμεθα προς βορράν περικάμπτοντες την Ολύτσικαν δια να βρεθώμεν απέναντι του επιβλητικού όγκου της Τσούκας.
   Ο φαλαγγάρχης μετά του επιτελείου του και των σωματαρχών είχον ήδη προηγηθή μετά προφυλάξεως δια την αναγνώρισιν της θέσεως.
   Τα στρατεύματα συνεκεντρούντο βαθμηδόν εν όσω κατέφθανον εις Μπασισούς και εστρατοπέδευον. Δεν εγνώριζον ακόμη τίποτε περί της μελούσης επιχειρήσεώς των. Κατά τας 6 το απόγευμα διαταγή του φαλαγγάρχου εκάλει όλους τους αξιωματικούς μέχρι του βαθμού του λοχαγού εις συγκέντρωσιν εν τω στρατηγείω του.
   Εκεί εντός μικράς αιθούσης υπό την στέγην αγροτικού οικίσκου και το αμφίβολον φως πενιχρού λαμπτήρος ευρίσκοντο μετ’ ολίγον συγκεντρωμένοι όλοι εκείνοι από την θέλησιν και την τόλμην των οποίων έμελλε μετ’ ολίγον να εξαρτηθή η τύχη των Ιωαννίνων.
   Ήσαν εκεί συνηγμένοι περί τον αρχηγόν της φάλαγγος και το επιτελείον του ο αντισυντ. Μαλάμος, οι ταγματάρχαι Διαλέτης, Ζέρβας, Μιχόπουλος, Μανουσάκης, οι λοχαγοί Κουβέλης, Δουμπιώτης, Μαυρομιχάλης, Δέγλερης, Αποστόλου, Μπουκουβάλας, Σαγιάς, Ροκάς, Μπήτρος, Παπακυριαζής, Καλλιδόπουλος, Μπραντούνας, Κατσουνάκος, Ν. Πετμεζάς, υπολοχαγοί Φαληρεύς, Στυλιανόπουλος, Τσεκούρας, Μαρούλης, Κόης, Ντέκας, Παναγιωτόπουλος, ανθυπολοχαγοί Λέκας, Παπαγιάννης, Ψάρας, Καρκαντζός, οι έφεδροι ανθυπολοχαγοί Χρυσάφης και Γρανίτσας και τινές άλλοι.
   Αφού συνήχθησαν, ο φαλαγγάρχης σοβαρός και επιβλητικός αποτείνεται προς τους αξιωματικούς του και λέγει τα εξής εν τω μέσω νεκρικής σιγής: «Κύριοι, την  επιχείρησιν ην μέλλομεν να εκτελέσωμεν θα μάθετε εκ της διαταγής ην εξέδωκα προ ολίγου. Ταύτην την νύκτα θα εκτελέσωμεν αιφνιδιασμόν προς κατάληψιν της Τσούκας, του Αγίου Νικολάου και του Δουρούτη. Η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος και αρχηγός ημών απεφάσισε να επιχειρήση την άλωσιν των Ιωαννίνων δι’ αιφνιδιασμού, εις ημάς δε την 3ην φάλαγγα ήτις αποτελεί το άκρον αριστερόν της παρατάξεως, ανέθεσε την εκτέλεσιν αυτής.
   Η εντολή αύτη, κύριοι, είναι δι’ ημάς εξόχως τιμητική, διότι εκ της επιτυχίας του αιφνιδιασμού τούτου κρέμαται η όλη επιχείρησις, εκ ταύτης εξαρτάται εάν θα γίνωμεν κύριοι των Ιωαννίνων ή ου. Της τιμής ταύτης πρέπει να φανώμεν αντάξιοι και έχω την πεποίθησιν ότι θα φανώμεν.
   Εάν η επιχείρησις είναι η δυσχερεστάτη πασών, θα δεκαπλασιάσωμεν την θέλησίν μας, την τόλμην μας, τας προσπαθείας μας και θα την καταστήσωμεν εύκολον…
   Δεν σας εκάλεσα όμως εδώ δια να σας δώσω συμβουλάς. Επί των αξιωματικών μου έχω πεποίθησιν, εκείνο όπερ επιθυμώ και αξιώ παρ’ υμών είναι όπως την θέλησίν σας, την τόλμην σας και την ενεργητικότητά σας διοχετεύσετε μέχρι και του τελευταίου στρατιώτου. Αναχωρούντες εντεύθεν πρέπει να έχωμεν πάντες προαποφασισμένον ότι δεν θα επιστρέψωμεν οπίσω, είναι ζήτημα τιμής».
   Όλων αι αισθήσεις, αι ψυχικαί δυνάμεις πάντων είχον συγκεντρωθή εις τα χείλη του ομιλούντος γενναίου στρατιώτου. Ηκροώντο πάντες άφωνοι, σοβαροί, σκεπτικοί.
   Είχον πάντες την έκφρασιν εκείνην ήτις προηγείται των μεγάλων αποφάσεων. Υπό το πενιχρόν φως όπερ εφώτιζε τόσας μορφάς, υπό το περιβάλλον εκείνο της ταπεινής αιθούσης του χωρίου ενόμιζέ τις ότι τελείται ιερά τις μυσταγωγία. Και μήπως δεν ετελείτο;
   Ο φαλαγγάρχης έλαβεν εκ νέου τον λόγον και είπε:
   «Η εκκίνησις των στρατευμάτων εντεύθεν δια την νυκτερινήν επίθεσιν θα αρχίση άμα τη επελεύσει του σκότους. Διέταξα ήδη όπως τα σώματα είνε έτοιμα προς εκκίνησιν εις τας 6 ½. Πλησιάζει ήδη η ώρα. Μεταβήτε προς τους άνδρας σας και ολίγον προ της εκκινήσεως κοινοποιήσατε προς αυτούς την ημερησίαν διαταγήν μου ην θα σας αναγνώση ο αρχηγός του επιτελείου μου».
   Και ο Παπαβασιλείου ανήγνωσε το εξής έγγραφον:
   «Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται της 3ης φάλαγγος! Ήλθεν η στιγμή όπως τεθή επί τέλους τέρμα εις την εκστρατείαν της Ηπείρου. Το τέρμα αυτό θα δοθή ασφαλώς διότι, μη λησμονήτε ότι μας διοικεί και μας διευθύνει Εκείνος ο οποίος μας ωδήγησε με την βοήθειαν του Θεού εις την νίκην, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος.
   Την στιγμήν αυτήν ο εχθρός έχει χάση τελείως το ηθικόν του και είνε περικυκλωμένος πανταχόθεν από Ελληνικά στρατεύματα. Απέναντί μας έχει συγκεντρώσει ολίγας δυνάμεις, διότι τας περισσοτέρας τας συνεκέντρωσε προς το Μπιζάνι και την Γαστρίτσαν. Δια τούτο το έργον μας δεν θα είνε δύσκολον. Πρέπει όμως να γνωρίζητε ότι από το έργον αυτό εξαρτάται η επιτυχία του σχεδίου του Αρχηγού μας. Από ημάς εξαρτάται η άλωσις των Ιωαννίνων.
   Την τιμήν ταύτην μάς ανέθεσεν η Α.Β.Υ. ο Διάδοχος και πρέπει να φανώμεν αντάξιοι αυτής. Μη λησμονήτε ότι η Ελλάς ολόκληρος την στιγμήν αυτήν έχει τα μάτια της επάνω σας. Σας θεωρεί ως ήρωας και σας θαυμάζει, διότι ηλευθερώσατε τους αδελφούς σας, εμεγαλώσατε την Ελλάδα και εγράψατε χρυσάς σελίδας εις την ιστορίαν. Από σας περιμένει το τελευταίον κτύπημα κατά του τυράννου και τον θρίαμβον του Σταυροού επί της Ημισελήνου, δια να σας δεχθή κατόπιν εις τας αγκάλας της στεφανωμένους με τον στέφανον της δόξης.
   Τα Ιωάννινα πρέπει να πέσουν και θα πέσουν, θα τα πάρετε με τας λόγχας σας και την ανδρείαν σας, όπως επήρατε την Ελασσώνα, το Σαραντάπορον, τα Γιαννιτσά, την Θεσσαλονίκην και την Χίον. Ο εχθρός φοβείται την τόλμην σας και θα φύγη όπως έφυγε και τότε. Φανήτε αντάξιοι της ενδόξου ιστορίας σας και των νικών σας.
   Είνε ζήτημα τιμής και η τιμή του Έλληνος στρατιώτου είνε υπεράνω όλων.
                                               Ο Διοικητής της 3ης φάλαγγος
                                              Ν. ΔΕΛΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΣ

   Δίχως να περιμένωσι περαιτέρω διαταγάς οι αξιωματικοί, γοργοί και αποφασιστικοί διέλυον την ιεράν συνάθροισιν και έσπευδον εις τα σώματά των.
   Μετ’ ολίγον ουρανομήκεις και παρατεταμέναι ζητωκραυγαί εδόνουν τον αέρα. Ήσαν η υποδοχή της ημερησίας διαταγής υπό των στρατευμάτων. Οι Έλληνες στρατιώται ανεχώρουν  δια τον θάνατον ζητωκραυγάζοντες!
   Ρίγος συγκινήσεως και ψυχικής ηδονής είνε και μόνη η απεικόνισις της υπερόχου εκείνης στιγμής.
   Εάν δε αναλογισθή τις ότι οι ούτω ζητωκραυγάζοντες μόλις είχον αφιχθή εκ διημέρου συνεχούς πορείας δια μέσου απιστεύτως δυσβάτων ορέων, πορείας εξ εκείνων ας μόνον Ναπολέοντες και Αννίβαι εξετέλεσαν, ότι ήσαν στρατιώται μαρτυρικώς από τριών μηνών ταλαιπωρηθέντες εις τα βραχώδη και άγρια βουνά της Ηπείρου υπό την διαρκή μαστίγωσιν της βροχής και του ψύχους, των σφαιρών και των οβίδων, αφού προηγουμένως διέσχισαν μαχόμενοι ολόκληρον την Μακεδονίαν, καταλαμβάνεται τω όντι υπό θαυμασμού και διερωτάται: «Είναι τω όντι ούτοι οι νεώτεροι Έλληνες ή οι πρόγονοί των, είναι άνθρωποι ή τιτάνες;»
   Η φάλαγξ, σχηματισθείσα, εβάδιζεν ήδη την οδόν της δόξης. Εβάδιζε την επιθετικήν πορείαν την άγουσαν επί των εχθρικών θέσεων.
   Οδός δεν υπήρχε πλέον, ούτε καν μονοπάτι. Μία μόνον υπήρχε, κεχαραγμένη ουχί εις το έδαφος αλλ’ εις τας ψυχάς πάντων, η οδός του καθήκοντος.
   Δια μέσων φαράγγων και βράχων, υπό το φέγγος των αστέρων, ολισθαίνοντες, προσκόπτοντες, πίπτοντες και εγειρόμενοι, έρποντες και αναρριχώμενοι, επροχώρουν πάντοτε οι ήρωες, σιωπηλοί, δίχως να καπνίζουν. Δεν ήκουέ τις ουδένα ψόφον. Ο εχθρός δεν έπρεπε ν’ αντιληφθή τι.
   Πολυάριθμοι χωρικοί στρατολογηθέντες από το πλησίον χωρίον Κωστάνιανη, διενεμήθησαν εις τα τμήματα όπως χρησιμεύσωσιν ως οδηγοί. Οι κύνες των πέριξ χωρίων είχον κλεισθή πάντες εντός των οικιών δια να μη προδώσωσι δια των υλακών των εις τον εχθρόν τον επερχόμενον κίνδυνον.
   Προηγείτο το 1ον Σύνταγμα του Διαλέτη με επί κεφαλής το τάγμα Κουβέλη, διευθυνόμενον κατά της Τσούκας. Ακολούθως δ’ ήρχοντο το απόσπασμα Δέγλερη, μικτόν εκ τμημάτων του 11ου και 7ου Συντάγματος διευθυνόμενον κατά του Αγίου Νικολάου, το απόσπασμα Μαλάμου, αποτελούμενον εκ του 1ου ανεξαρτήτου τάγματος ενισχυομένου διά τινών μικρών τμημάτων διευθυνόμενον κατά της θέσεως Άγιος Βλάσης, και το υπόλοιπον του 7ου Συντάγματος.
   Το πυροβολικόν είχεν αναγνωρίσει τας θέσεις του από της ημέρας και είπετο τελευταίον. Το φως της ημέρας έπρεπε να το εύρη εις τας θέσεις του έτοιμον όπως αρχίση το πυρ.
   Το Σύνταγμα Διαλέτη είχε την εντολήν όπως, συγχρόνως μετά της Τσούκας επιχειρήση αιφνιδιασμόν κατά του οχυρού Δουρούτης ούτινος η κατάληψις απετέλει την κατακλείδα της όλης επιχειρήσεως, διότι δια της αλώσεως της θέσεως ταύτης κειμένης εις τα νώτα του Μπιζανίου, της Μανωλιάσας και ολοκλήρου του νοτίου μετώπου των φρουρίων όπου ευρίσκοντο αι κύριαι εχθρικαί δυνάμεις, συνετελείτο η κύκλωσις και του περιφήμου Μπιζανίου και όλων των ανωτέρω θέσεων ως και ολοκλήρου σχεδόν του Τουρκικού στρατού και ηνοίγοντο πλέον ορθάνοικτοι αι πύλαι των Ιωαννίνων εις την δαφνηφόρον προέλασιν του Ελληνικού στρατού.
   Ο κατά Δουρούτης νυκτερινός αιφνιδιασμός είχεν ανατεθή εις την υπό τον λοχαγόν Σαγιάν διλοχίαν, ήτις μόλις καταλαμβανομένης της θέσεως θα ενισχύετο προς ισχυράν κατοχήν αυτής.
   Εις το απόσπασμα Μαλάμου είχε δοθή εντολή ταυτοχρόνου επίσης αιφνιδιασμού κατά της θέσεως Άγιος Βλάσης, προς εξασφάλισιν του αριστερού της φάλαγγος.
   Το τάγμα Δέγλερη ενισχυθέν δια μιάς έτι διλοχίας του 7ου έλαβε την εντολήν να προχωρήση κατά την νύκτα μέχρι των υπωρειών του Αγίου Νικολάου και μόλις αντιληφθή την άλωσιν της Τσούκας, ήτις, καθ’ α ήτο προσυμφωνημένον, θα εσημειούτο δια πυρών αναπτομένων επί της κορυφής και σαλπισμάτων του ηχήματος «σημαία», θα επετίθετο κατά του Αγίου Νικολάου, ενώ συγχρόνως κατά της αυτής θέσεως θα επετίθετο και το Σύνταγμα Διαλέτη εκ των υψωμάτων της Τσούκας.

   Η εκτέλεσις του αιφνιδιασμού ανεμένετο περί την 5ην πρωινήν ώραν. Υπετίθετο ότι μέχρι της ώρας εκείνης τα επιτιθέμενα στρατεύματα θα έφθανον μέχρι των εχθρικών θέσεων.
   Αι απίστευτοι όμως δυσχέρειαι του εδάφους, αι με υπερανθρώπους τω όντι προσπαθείας κατανικηθείσαι, κατόπιν της υπερκοπώσεως των ανδρών, εδαπάνησαν δύο επί πλέον ώρας, ήτοι εν συνόλω 12 ολοκλήρους ώρας, άνευ διακοπής της πορείας, από της ενάρξεως της επιθετικής πορείας εις Μπαουνούς μέχρι της ποθητής στιγμής καθ’ ην εθεάθησαν αι πυραί επί της κορυφής της Τσούκας και ηκούσθησαν τα χαρμόσυνα σαλπίσματα κηρύσσοντα εις το σύμπαν την νέαν νίκην των Ελληνικών όπλων και το προοίμιον της πτώσεως των Ιωαννίνων.
   Το θείον τούτο γεγονός εσημειούτο την 7ην πρωινήν ώραν της 20 Φεβρουαρίου 1913.
   Πώς συνετελέσθη ο αιφνιδιασμός παρά στρατευμάτων τα οποία ούτε εν καιρώ ειρήνης, ουδέποτε, ούτε λόγω καν ασκήσεως, είχον ετελέσει ομοίαν επιχείρησιν και πώς ήδη αύτη εστέφετο υπό τοιούτου θριάμβου, υπό τας δυσμενεστέρας των περιστάσεων, είναι γεγονός προ του οποίου οφείλομεν να κλίνωμεν το γόνυ.
   Το επιχειρούν κατά Τσούκας Σύνταγμα, με τον στωικόν διοικητήν του και το τάγμα του Κουβέλη επί κεφαλής κατατετμημένον εις πολλάς μικράς φάλαγγας, οδηγουμένας υπό των ανδρείων χωρικών της Κωστάνιανης κατώρθωσε να φθάση, πλευρικώς και κατά μέτωπον, με την λόγχην εφ’ όπλου, απαρατήρητον μέχρις 150 είς τινα δε σημεία και μέχρις εξήκοντα μόνον βημάτων από των εχθρικών χαρακωμάτων και να ορμήση προς έφοδον.
   Σκοποί του εχθρού ανηρπάγησαν δίχως καν να πυροβολήσωσι.
   Ο εχθρός καταπτοηθείς προ της τοιαύτης κεραυνοβόλου ενεργείας τρέπεται εις φυγήν εν πανικώ.
   Εκ των σκηνών του εχθρικού στρατοπέδου εξήρχοντο κατάπληκτοι και περιδεείς φυσιογνωμίαι μόλις αφυπνισθείσαι. Μικρόν μόνον τμήμα των προφυλακών επρόφθασε να ρίψη βολάς τινας επί τινος χατακώματος.
   Το πυροβολικόν του εχθρού, τεταγμένον εις την υψηλοτέραν κορυφήν της Τσούκας, αφυπνισθέν εκ των πυροβολισμών ήρξατο βάλλον σπασμωδικώς δια βολιδοθηκών, πλην άνευ αποτελέσματος. Οι ημέτεροι ευρίσκοντο ήδη εν τω απυροβλήτω χώρω. Ούτε επρόφθασαν να ρίψωσι πλέον των 4 βολών τα εχθρικά πυροβόλα. Καθ’ ην στιγμήν ητοιμάζετο να ριφθή η 5η βολή λόγχη ελληνική έρριπτεν άπνουν τον τούρκον πυροβολητήν με τον πυρεκτρίπτην εις τας χείρας. Οι γενναίοι μας στρατιώται ευρίσκοντο ήδη ιππαστί επί των εχθρικών πυροβόλων ζητωκραυγάζοντες. Αιχμάλωτοι και λείαι συνελήφθησαν πολυάριθμοι.
   Η είδησις περί της αλώσεως της Τσούκας, εναγωνίως αναμενομένη εν τω Γενικώ Στρατηγείω εγνώσθη δια του οπτικού τηλεγράφου εν τω μέσω πανηγυρικής χαράς, χαράς κορυφωθείσης εις μέθην μετά τας αλλεπαλλήλως καταφθανούσας θριαμβευτικάς ειδήσεις, αίτινες ραγδαίως επηκολούθησαν.
   Ο αιφνιδιασμός κατά του Αγίου Βλάση εγένετο παρά της φάλαγγος Μαλάμου σχεδόν ταυτοχρόνως μετ’ εκείνου της Τσούκας, ως είχε σχεδιασθή. Ενταύθα ο εχθρός ηδυνήθη να αντιτάξη κάποιαν αντίστασιν, αντιληφθείς ίσως εγκαιρότερον την κίνησιν. Πλην η αντίστασις αύτη εθραύσθη ταχέως υπό του τάγματος Μανουσάκη και ο εχθρός εξεδιώχθη κακώς έχων.
   Η κατά Δουρούτης επιχείρησις δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεσθή αιφνιδιαστικώς. Ένεκα της μεγαλειτέρας αποστάσεως εις ην ευρίσκετο η θέσις αύτη και ένεκα του αδυνάτου της περαιώσεως της επιθετικής πορείας κατά το διάστημα της νυκτός, η ταυτόχρονος επίθεσις, εφ’ ης εβασίζετο ο αιφνιδιασμός της Δουρούτης δεν ήτο πλέον εκτελέσιμος. Εκ δε των πυροβολισμών της Τσούκας, ειδοποιηθείσα η φρουρά Δουρούτης, κατέλαβε τας θέσεις της όπως υποδεχθή την διλοχίαν Σαγιά.
   Αύτη όμως, καίτοι καταληφθείσα υπό της ημέρας και ασθενής αποβαίνουσα έναντι εγρηγορούντος εχθρού, δεν εδίστασε να αναλάβη μετά τόλμης την επίθεσιν, καθ’ ον χρόνον το απόσπασμα Δέγλερη αντιληφθέν την άλωσιν της Τσούκας επετίθετο κατά του Αγ. Νικολάου, το δε Σύνταγμα Διαλέτη διηύθυνεν επίθεσιν κατά της αυτής θέσεως, ως είχε διαταχθή, εκ των υψωμάτων της Τσούκας.
   Η αντίστασις του Αγίου Νικολάου υπήρξεν κάπως επίμονος, υποστηριχθείσα και υπό του πυροβολικού της θέσεως ταύτης, εναντίον του οποίου αντετάχθη το πυροβολικόν της φάλαγγος, τεταγμένον παρά το χωρίον Πλέσσα. Πλην η αντίστασις του εχθρού δεν εβράδυνε να καμφθή προ της επιθετικής ορμής των ημετέρων. Την 10ην ακριβώς πρωινήν ώραν η θέσις του Αγίου Νικολάου μετά των επ’ αυτής 12 πυροβόλων  ευρίσκετο εις χείρας της 3ης φάλαγγος.

   Αλωθέντος και του Αγ. Νικολάου, διετάχθησαν αι εφεδρείαι της φάλαγγος να προχωρήσωσι προς τον αυχένα, όστις χωρίζει την Τσούκα από δεξιόθεν υψώματα του Αγίου Σάββα, τα συνδέοντα ταύτην μετά του  Αγίου Νικολάου. Το πυροβολείον διετάχθη επίσης να σπεύση προς το αυτό σημείον.
   Η επίθεσις της διλοχίας Σαγιά κατά Δουρούτης διεξήχθη μετά πείσματος και ορμής. Περί την 1 μ.μ. η διλοχία ευρίσκετο ήδη επί της θέσεως, έχουσα όμως σχεδόν εξηντλημένα τα πυρομαχικά της και βαλλομένη υπό του εχθρικού πυροβολικού. Η προσπέλασις όμως των ημετέρων εφεδρειών κατά του πυροβολικού επέφερον την αποτελεσματικήν κρίσιν του αγώνος και την οριστικήν και ασφαλή  κατοχήν της θέσεως.
   Εν τω μεταξύ από της 2 ½ περίπου μ.μ. εθεώντο εκ του προμνησθέντος αυχένος, όπου είχεν ήδη ταχθή το πυροβολικόν της φάλαγγος, φεύγοντα ατάκτως δια της πεδιάδος τα εχθρικά στρατεύματα, άτινα είχον εκδιωχθή εξ Αγίου Νικολάου και Μανωλιάσας. Πλούσιοι καταυλισμοί εφαίνοντο προσέτι εις Ραψίσταν, κειμένην εις τους πρόποδας του αυχένος. Το πυροβολικόν τότε της φάλαγγος εύρε την τόσω επιθυμητήν ευκαιρίαν όπως επιφέρη την πλήρη καταστροφήν και αποσύνθεσιν εις τον εχθρόν. Ήρξατο βάλλον εκ του πλευρού ανάλγητον πυρ κατά των υποχωρούντων και των καταυλισμών. Η αποσύνθεσις πλέον και ο πανικός ήσαν πλήρεις. Η καταδίωξις εθριάμβευε εν όλη αυτής τη αγρία μεγαλοπρεπεία.
   Εις εκ των αξιωματικών του επιτελείου υποβάλλει τότε προς τον διοικητήν της φάλαγγος την γνώμην της εισελάσεως εις Ιωάννινα.
   «Η πύλη είνε πλέον ανοικτή», απαντά ο Συνταγματάρχης, «και η οδός ελευθέρα. Τούτο αποτελεί την νίκην μας. Η είσοδος εις την πόλιν είνε του λοιπού απλούς περίπατος διασκεδάσεως τον οποίον θα κάμωμεν όταν μας επιτρέψη ο αρχηγός μας. Ημείς εντεύθεν θα επιτεθώμεν κατά της Σαδοβίτσης καθ’ ας έχομεν διαταγάς, εάν προφθάσωμεν σήμερον».
   Κάτω εις την πεδιάδα ο όλεθρος εξηκολούθει. Αι οβίδες εθέριζον ως στάχεις τους φεύγοντας. Αίφνης, περί την 5 εσπερινήν διακρίνεται φάλαγξ ακολουθούσα προς την αυτήν κατεύθυνσιν με ακάθεκτον ορμήν όπισθεν των φευγόντων. Προς στιγμήν εξελήφθη ως εχθρικόν τμήμα και παρ’ ολίγον να βληθή εκ του πυροβολικού. Αξιωματικός όμως σταλείς προς αναγνώρισιν εκόμιζε μετ’ ολίγον το ευχάριστον άγγελμα ότι η φάλαγξ εκείνη ήτο Ελληνική.  Ήτο το 1ον ευζωνικόν σύνταγμα του Παπαδοπούλου, όπερ εξορμήσαν εκ Μανωλιάσας μετά της 2ας φάλαγγος του Γιαννακίτσα κατεδίωκε κατά πόδας τον εχθρόν.
   Η στιγμή ήτο υπέροχος. Η 2α φάλαγξ έδιδε την χείρα εις την 3ην εν κοινή συνεργασία. Συνηντώντο επί του αυτού σημείου εν τω πεδίω της μάχης…θριαμβεύουσαι.
   Τα στρατεύματα της 3ης φάλαγγος, τεθνεώτα εκ του καμάτου, κατηυλίσθησαν εις Κοσμερό. «Αναπαυθήτε ήσυχοι», λέγει ο φαλαγγάρχης, «απόψε ο Εσσάτ παραδίδεται». Και τω όντι παρεδόθη.
   Την επιούσαν υπό τας φρενιτιώδεις ζητωκραυγάς των ηρώων της 3ης φάλαγγος ανεγινώσκετο η εξής ημερησία διαταγή του διοικητού αυτής:
   «Αξιωματικοί,υπαξιωματικοί και στρατιώται της 3ης φάλαγγος.
   Ο εχθρικός στρατός παρέδωκε τα όπλα εις τον Αρχιστράτηγον του Ελληνικού στρατού, την Α.Β.Υ. τον Διάδοχον, εις τον Οποίον η ανδρεία σας υπήρξε το όπλον της νίκης. Εδικαιώσατε τας προσδοκίας Αυτού, εμού και ολοκλήρου του έθνους και, κατόπιν των σκληρών αγώνων τους οποίους επί τρεις ήδη μήνας καρτερικώς και γενναίως διεξηγάγετε, εδόσατε χθες το αποφασιστικόν κτύπημα μετά ηρωισμού, το οποίον θα εκτιμήση δεόντως η ιστορία και ηνοίξατε δια των λογχών σας την σιδηράν πύλην των Ιωαννίνων, όπως εισέλθη ο Ελληνικός στρατός στεφανωμένος με δάφνας.
   Τα απόρθητα θεωρούμενα οχυρά της Τσούκας, του Αγίου Νικολάου και της Δουρούτης, τα οποία χθες εκυριεύσατε θα είνε ο ιερώτερος τίτλος τιμής δια τα Ελληνικά όπλα.
   Σας συγχαίρω, γενναίοι μου στρατιώται.
   Εκρατήσατε το μέτωπον υψηλά και εφάνητε τέκνα αντάξια των ενδόξων προγόνων μας και της μεγάλης πατρίδος μας»
                                            Ο Διοικητής της 3ης φάλαγγος
                                               Ν. ΔΕΛΑΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΣ

                                                               *

   Τα Ιωάννινα έπεσαν την νύκτα της 20 προς την 21 Φεβρουαρίου. Εις τας Αθήνας η είδησις εγνώσθη την πρώίαν της 21 Φεβρουαρίου, συνεπεία τηλεγραφήματος του αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου προς τον εν Θεσσαλονίκη παραμένοντα αείμνηστον Βασιλέα Γεώργιον.
   Το τηλεγράφημα είχεν ως εξής:

Εμίν Αγά,6 π.μ. 21 Φεβρουαρίου
Α. Μ. Βασιλέα
Θεσσαλονίκην

   Αλωθέντος υπό του Εληνικού στρατού ολοκλήρου του δυτικού μετώπου του φρουρίου των Ιωαννίνων και κυκλωθείσης της γραμμής των ερεισμάτων Μπιζανίου και Καστρίτσης ο Εσσάτ πασσάς μοί εδήλωσεν την στιγμήν ταύτην ότι ο στρατός του παραδίδεται αιχμάλωτος πολέμου. Λεπτομερείας μεγάλης νίκης του ανδρείου στρατού μας τηλεγραφήσω προσεχώς.

                                                                      ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΔΙΑΔΟΧΟΣ

   Το δεύτερον τηλεγράφημα προερχόμενον επίσης εξ Εμίν Αγά και απευθυνόμενον προς τον Βασιλέα και το Υπουργείον των Στρατιωτικών είχεν ούτω

Εμίν Αγά, 21 Φεβρουαρίου  11.30 π.μ.
Α.Μ. Βασιλέα
Θεσσαλονίκην

   Υπουργείον Στρατιωτικών

   Την Τρίτην ήρξατο γενική επίθεσις κατά του φρουρίου Ιωαννίνων. Την κυρίαν επίθεσιν διέταξα κατά του δυτικού μετώπου του φρουρίου, ήτοι κατά της γραμμής Μανωλιάσας, Αγίου Νικολάου, Σαδοβίτσας. Προς τον σκοπόν τούτον συνεκέντρωσα εις το αριστερόν μου λίαν σημαντικάς δυνάμεις, εξ ων απετέλεσα τμήμα στρατιάς εκ τριών φαλάγγων υπό τον υποστράτηγον Μοσχόπουλον. Το ημέτερον πεζικόν έβαλλεν εκ των θέσεών του κατά των εχθρικών χαρακωμάτων παρασύρον τον εχθρόν εις το να τάξη το πεζικόν αυτού εν θέσει μάχης και να θέση εις ενέργειαν πάντα αυτού τα πυροβολεία. Το πυροβολικόν μας επωφεληθέν έβαλε σφοδρότατα κατά του εχθρού επενεγκόν εις αυτόν μεγάλας φθοράς ανδρών και υλικού.
   Το πυρ του πυροβολικού ημών εξηκολούθησε και καθ’ όλην την νύκτα. Δια την σήμερον διέταξα την γενικήν επίθεσιν.
   Κατά ταύτην το μεν δεξιόν και το κέντρον έδει να αποτελέσωσιν αγώνα κατατριβής προς δέσμευσιν των εχθρικών δυνάμεων, το δε αριστερόν αιφνιδιαστικήν επίθεσιν.
   Η πορεία ως και συγκέντρωσις πασών των φαλάγγων του αριστερού εγένετο μετά θαυμαστής ακριβείας και τάξεως, του εχθρού μη αντιληφθέντος την κίνησιν ταύτην.
   Ο αιφνιδιασμός αυτού υπήρξε πλήρης και ολοσχερής.
   Την 7ην πρωινήν ώραν κατελήφθη δι’ αιφνιδιασμού η Τσούκα αλωθέντων 4 πυροβόλων και συλληφθέντων 50 αιχμαλώτων υπό της αριστεράς φάλαγγος.
   Του δευτέρου τμήματος της στρατιάς η αριστερά φάλαγξ περί την 10ην πρωινήν ώραν εκυρίευσε τα υψώματα Μανωλιάσας, κυριεύσασα 6 πυροβόλα και συλλαβούσα αιχμάλωτον ολόκληρον τάγμα μετά πολυβόλων.
   Η κεντρική φάλαγξ εκυρίευσε τον Άγιον Νικόλαον, άπαν το 1ον τάγμα του 11ου συντάγματος εκυρίευσε 10 πυροβόλα και πολλά εφόδια.
   Από της 11ης πρωινής πολυάριθμα εχθρικά τμήματα ήρξαντο κατερχόμενα εκ των κλιτύων Μανωλιάσας, Αγίου Νικολάου μέχρι Κοσμεράς εν αταξία προς την πεδιάδα, περί δε την 1 ½ εγένοντο αντιληπταί προσπάθειαι του εχθρού προς συγκέντρωσιν φυγάδων παρά την Ραψίσταν.
   Κατά την συγκέντρωσιν όμως ταύτην έβαλε το ορειβατικόν ημών πυροβολικόν δι’ εκρηκτικών οβίδων διασκορπίσαν αυτούς.
   Από της 2ας ώρας ο εχθρός εθεάτο φεύγων προς τα Ιωάννινα, καταδιωκόμενος υπό του πυρός του πυροβολικού.
   Η τοιαύτη υποχώρησις του εχθρού εξηκολούθησε μέχρι της εσπέρας.
   Ολίγον πρό της εσπέρας παρετηρήθη εκ του παρατηρητηρίου  του πυροβολικού ότι τα φεύγοντα εχθρικά στρατεύματα συνεκρούσθησαν νοτίως των Ιωαννίνων προς έτερα τουρκικά στρατεύματα, σταλέντα ίσως όπως τα σταματήσουν.
   Κατά το αυτό χρονικόν διάστημα η μικτή Ταξιαρχία Μετσόβου κατελάμβανε τον Δρίσκον και το Κοντοβράκι, αφού από της προχθές δια διαδοχικών αγώνων απώθει τον εχθρόν εκ Χρυσοβίτσης, Δρεστενίκου, Λιάπη και Δεμάτι.
   Το δεξιόν της 6ης Μεραρχίας επροχώρησε και τούτο ολίγον, τα δε τμήματα των λοιπών Μεραρχιών, καθ’ ας είχον διαταγάς, παρέμειναν βάλλοντα εις ας θέσεις κατείχον.
   Το πυροβολικόν συνέδραμε τον αγώνα καταπιέζον τον εχθρόν δια σφοδροτάτου πυρός.
   Μετά την κατάληψιν της Τσούκας και του Αγίου Νικολάου, η τρίτη αριστερά φάλαγξ προελάσασα εκευρίευσε το συγκρότημα Δουρούτη, το δε σκότος εύρε το αριστερόν ημών επί της γραμμής Δουρούτη, Ραψίστα, Βοδίβιτσα, πεδιάς βορείως Μανωλιάσας.
   Ούτω τα στρατεύματά μου ενίκησαν σήμερον καθ’ όλην την γραμμήν.
   Η επίθεσις και καταδίωξις θα εξακολουθήση αύριον μέχρι καταστροφής του εχθρού. 
   Μετά το πέρας της όλης επιχειρήσεως θα υποβάλω λεπτομερεστέραν έκθεσιν. 
                                            
                                     ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ

                                                                *

   Η έκθεσις του Αρχιστρατήγου υποβληθείσα μετά μίαν εβδομάδα είχεν ούτω:

                               ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ
                                                     ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ

                Έκθεσις Α.Β.Υ. Διαδόχου περί των προ των Ιωαννίνων επιχειρήσεων

   Το φρούριον των Ιωαννίνων αποτελεί μέγα κεχαρακωμένον στρατόπεδον περιμέτρου ως έγγιστα 50 χιλιομέτρων. Την περίμετρον ταύτην αποτελούσιν υψώματα φύσει οχυρά και κατά το πλείστον απόκρημνα, εφ’ ων επικάθηνται συγκροτήματα πυροβολείων, χαρακωμάτων πεζικού, αποκλείοντα πάσας τας εκ των έξωθεν προς τα Ιωάννινα αγούσας οδούς, και υποστηριζόμενα αμοιβαίως.
   Τα ισχυρότερα και πολυπληθέστερα των συγκροτημάτων τούτων ευρίσκονται επί των υψωμάτων Μπιζάνι, του νοτίου μετώπου, φράττουσι δε ταύτα την εκ Πρεβέζης προς Ιωάννινα οδόν. Το μετά το Μπιζάνι αμέσως ισχυρότερον μέτωπον είνε το ανατολικόν, από της λίμνης Ιωαννίνων μέχρι των Σεργιανών.
   Και θα επέφερε πλήρη καταστροφήν των αμυνομένων αυτής η αποκοπή της μετά των Ιωαννίνων συγκοινωνίας και θα εξηνάγκαζε τον εχθρόν εις άμεσον παράδοσιν εκ της πείνης. Προς επιτυχίαν της αιφνιδιαστικής επιθέσεως έκρινα επιβαλλόμενον:
   Α) Να ενισχύσω εις τον εχθρόν την εντύπωσιν ότι η κυρία επίθεσις θα γίνη κατά του Ανατολικού μετώπου του φρουρίου, προς τούτο δε παρ’ όλας τας εδαφικάς δυσχερείας ενίσχυσα την δεξιάν πτέρυγα δια βαρέος και πεδινού πυροβολικού, διέταξα δε και την εκ Μετσόβου προέλασιν της μικτής ταξιαρχίας προς κατάληψιν του Δρίσκου.
   Β) Να συγκεντρώσω εις το αριστερόν μου μετά ταχύτητος περισσοτέρας δυνάμεις και χωρίς να αντιληφθή τούτο ο εχθρός. Προς τούτο ουδέν των απέναντι του εχθρού εν επαφή μετ’ αυτού τμημάτων μετεκίνησα, εσχημάτισα δε εφεδρείας εν εκάστη μεραρχία, ας εν μέρει μεν δια νυκτερινών πορειών, εν μέρει δε δια κεκαλυμμένου εφάφους ήγαγον προς το αριστερόν μου.
   Γ) Να ιδρύσω εις μέρος κατάλληλον του Εμίν Αγά μεγάλην αποθήκην τροφίμων, πυρομαχικών, χειρουργείων, εφεδρείαν κτηνών και παντοειδούς υλικού, ώστε τα εκείθεν διερχόμενα τμήματα προς σχηματισμόν των φαλάγγων προσβολής να εφοδιάζωνται και πληρώσι τας ελλείψεις των.
   Δ) Να καθηλώσω επί τόπου τας μακράν του φρουρίου ευρισκομένας εχθρικάς δυνάμεις, όπως μη σπεύσωσιν αύται προς βοήθειαν του φρουρίου κατά την γενικήν επίθεσιν, ταυτοχρόνως δε να κάμω τον εχθρόν να πιστεύση ότι η ημέρα αύτη είνε εισέτι μακράν. Προς τούτο διέταξα επίδειξιν αποβάσεως εις Αγίους Σαράντα διαδόσας ότι επρόκειτο περί ολοκλήρου Μεραρχίας, το δε τοιούτον ου μόνον απησχόλησε τας παρά το Δέλβινον εχθρικάς δυνάμεις, αλλά και απεμάκρυνε τοιαύτας και εξ αυτών των Ιωαννίνων. Διέταξα επίσης προέλασιν της τρίτης Μεραρχίας εκ Κορυτσάς και αποσπάσματος της πέμπτης Μεραρχίας εκ Φούρκας. Την έναρξιν των κινήσεων τούτων διέταξα εις τρόπον ώστε ο εχθρός, όστις θα υπελόγιζεν ίσως ότι θα ανέμενον την συμπλήρωσιν των στρατευμάτων τούτων προς τα Ιωάννινα ίνα διατάξω την επίθεσιν, να απατηθή ως προς τον χρόνον, καθ’ όσον προς τούτο απητούντο οκτώ ημέραι ενώ αύτη εξετελέσθη μετά δύο έως τρεις ημέρας μετά την εκδήλωσιν των κινήσεων τούτων. Πράγματι κατωρθώθη ώστε άπασαι αι προπαρασκευαστικαί αύται κινήσεις να εκτελεσθώσι εν μεγίστη μυστικότητι, παρ’ όλην την επικρατήσασν χιονοθύελλαν και το δύσβατον του εδάφους μετ’ ακριβείας και τάξεως παραδειγματικής. Ούτω κατώρθωσα να συγκεντρώσω από της εσπέρας της 19ης Φεβρουαρίου εις το αριστερόν μου δύναμιν εξ 25 ταγμάτων και 6 ορειβατικών πυροβολαρχιών, ην κατένειμα εις τρεις φάλαγγας υπό την ανωτέραν διοίκησιν του υποστρατήγου Μοσχοπούλου. Αι δύο των φαλάγγων τούτων συνεκεντρώθησαν εντός της στενωπού της Μανωλιάσας, η δε τρίτη αριστερά φάλαγξ παρακάμψασα νοτιοδυτικώς του όρους Ολύτσικα συνηθροίσθη παρά την Πλέσσαν. Ενώ εξετελείτο η κίνησις αύτη διέταξα από της πρωίας της 19ης, όπως αποτρέψω από ταύτης την προσοχήν του εχθρού και απασχολήσω αυτόν με σφοδρόν βομβαρδισμόν δια πασών των πυροβολαρχιών κατά τε του νοτίου και του ανατολικού μετώπου εν συνδυασμώ μετά πυρών πεζικού, άτινα εσκόπουν να προκαλέσωσι τον εχθρόν ίνα καταλάββη τας θέσεις μάχης αυτών και υποστή μεγαλυτέρας φθοράς.
   Το τοιούτον επετεύχθη πράγματι, το δε πυροβολικόν κατέσπειρεν επί της τοποθεσίας του Μπιζανίου κατά την ημέραν εκείνην περί τας 15 χιλιάδας οβίδας, αίτινες ως εκ των υστέρων δι’ αυτοψίας επί του Μπιζανίου εβεβαιώθην, επήνεγκον εις τον εχθρόν μεγάλας καταστροφάς. Ταυτοχρόνως δε διέταξα και επίθεσιν της μικτής ταξιαρχίας προς κατάληψιν του Δρίσκου και Κοντοβράκι. Το πυρ του πυροβολικού εξηκολούθησεν αραιότερον και κατά την νύκτα προς καταπίεσιν του εχθρού.
   Την επομένην 20 Φεβρουαρίου διέταξα το μεν δεξιόν ήδη να εκτελέση αγώνα κατατριβής προχωρούν βραδέως κατά του ανατολικού μετώπου. Το κέντρον έδει να απασχολή τον εχθρόν δια των πυρών, το δε αριστερόν έδει να εκτελέση αιφνιδιαστικώς κατά του δυτικού μετώπου προς διάσπασιν αυτού. Το πυροβολικόν έδει να εξακολουθήση σφοδρότατον βομβαρδισμόν. Πάντα τα διαταχθέντα εξετελέσθησαν ακριβέστατα.
   Την εβδόμην της πρωίας η αριστερά φάλαγξ κατελάμβανεν αιφνιδιαστικώς δυτικώς τα χαρακώματα του Αγίου Νικολάου, έτερον δε τμήμα αυτής τα ορύγματα της Δουρούτης. Ταυτοχρόνως δε η δεξιά φάλαγξ εξετόπιζε τον εχθρόν επί των υψωμάτων της Μανωλιάσας.
   Περί την 5ην μ.μ. ώραν πυκναί εχθρικαί φάλαγγες κατήρχοντο εξ όλων των υψωμάτων του δυτικού μετώπου παρά την πεδιάδα καταδιωκόμεναι κατά πόδας υπό των ημετέρων. Απόπειρα του εχθρού προς συνάντησιν των υποχωρούντων παρά την Λεψίσταν εματαιώθη υπό των πυρών του ημετέρου ορειβατικού πυροβολικού, όπερ διεσκόρπισεν αυτούς μετά πολλών απωλειών και τους εξηνάγκασε να φύγωσιν ατάκτως προς τα Ιωάννινα.
   Ούτω δυτικόν μέτωπον του φρουρίου διεσπάσθη μεταξύ Σαδοβίτσης και Αγ. Νικολάου τα δε προστατεύοντα αυτό 20 πυροβόλα ηλώθησαν υπό των ημετέρων.
   Μεταξύ 3-5 πρωινής ώρας τμήματα των τριών ημών φαλάγγων είχον κατέλθει εις την πεδιάδα καταδιώκοντα τον εχθρόν, έτερα δε τμήματα διηυθύνοντο εναντίον των προς βορράν ορυγμάτων της Σαδοβίτσης.
   Ολίγον προ της εσπέρας οι εύζωνοι ημών έτασσον προφυλακάς 500 μέτρα προ της πόλεως Ιωαννίνων, απέκοπτον την τηλεφωνικήν συγκοινωνίαν του Μπιζανίου μετά της πόλεως και απέκλειον τελείως την μετά τούτου και εκείνης συγκοινωνίαν.
   Αυτός ο διοικητής του φρουρίου Βεχήπ βέης, ως ωμολόγησεν ο ίδιος, θελήσας να εισέλθη προς το εσπέρας εις την πόλιν, ευρέθη προ του αδυνάτου και ηναγκάσθη να επιστρέψη να παρακάμψη την λίμνην και να εισέλθη δια λέμβου εις Ιωάννινα.
   Η δε την επομένην 21ην εκδοθείσα προς το στράτευμα διαταγή μου ώριζεν εξακολούθησιν της επιθέσεως κατά των βορειοδυτικών κλιτύων του Μπιζανίου όπως καταληφθώσιν εκ των όπισθεν τα αμυντικά αυτού έργα.
   Προ της τοιαύτης τακτικής καταστάσεως ο αρχιστράτηγος των Τουρκικών στρατευμάτων βλέπων το άσκοπον και μάταιον πάσης περαιτέρω αντιστάσεως, έστειλε πρός με απεσταλμένους προτείνων παράδοσιν τού τε φρουρίου και του στρατού αυτού άνευ όρων.
   Κατόπιν τούτου διέταξα περί την 5ην πρωινήν ώραν της 21ης Φεβρουαρίου την παύσιν του πυρός του πυροβολικού, όπερ εξηκολούθει καθ’ όλην την διάρκειαν της νυκτός, η δε παράδοσις ήρξατο άμα τη ηώ.
   Το επίσημον πρωτόκολλον της παραδόσεως απέστειλα υμίν ως υπεγράφη την 2αν μ.μ. της 21 Φεβρουαρίου.

                                                                       ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ

                                                             *   

   Αλλ’ η πτώσις των Ιωαννίνων καθίστατο απίστευτος διότι δεν είχε γνωσθή το εκπληκτικόν γεγονός ότι δύο ευζωνικά τάγματα αποσπασθέντα της αριστεράς πτέρυγος επεχείρησαν μίαν νυκτερινήν προς τα Γιάννενα προέλασιν, εις την οποίαν κυρίως οφείλεται η άμεσος της πόλεως παράδοσις.
   Μετά την κατάληψιν του λεκανοπεδίου της Δωδώνης το 8ον ευζωνικόν τάγμα υπό τον ταγματάρχην Βελισσαρίου και το 9ον υπό τον Ιατρίδην, αμφότερα δε υπό την διεύθυνσιν του συνταγματάρχου Παπαδοπούλου διήλθον ανατολικώς του μικρού χωρίου της Κοσμεράς και εβάδιζον προς την διεύθυνσιν των Ιωαννίνων.
   Επειδή όμως εις την πεδιάδα και ακριβώς παρά την δημοσίαν οδόν εφάνησαν ισχυραί φάλαγγες του εχθρού φεύγουσαι προς την πόλιν, ο Βελισσαρίου παραλαβών δύο λόχους υπερέβη την Ραψίσταν και ηκολούθησε την ευθείαν, ην ηκολούθουν και οι φεύγοντες.
   «Θα μας φύγουν τα παληοζάγαρα», έλεγον οι εύζωνοι και έτρεχον ακάθεκτοι, πηδώντες επάνω από τα χανδάκια και τα κοντοπούρναρα.
             
   Απείχον ήδη περί τα 800 μέτρα από της δημοσίας οδού, και λοξεύσαντες οι δύο λόχοι επλησίασαν περισσότερον προς αυτήν, ενώ τα μπουλούκια των Τούρκων συνεσωρεύοντο εις λόφον τινά παρά το 3ον χιλιόμετρον από της πόλεως, ένθα το Γενικόν Αρχηγείον του Εσσάτ πασά.
   Ο εις εκ των δύο λόχων απετέλεσεν αμέσως το στήριγμα, ενώ ο έτερος επιταχύνας το βήμα του αφού ενισχύθη δι’ ενός ακόμη λόχου εκ του ογδόου εδέχθη τας πρώτας ομοβροντίας του εχθρού οχυρωθέντος εντός των ορυγμάτων της δευτέρας αμυντικής γραμμής του Αγίου Ιωάννου. Συγχρόνως το πυροβολικόν του εχθρού έρριψε τας πρώτας οβίδας αι οποίοι όμως εχάνοντο μέσα εις τον βούρκον του κάμπου.
   Κατάκοποι, ελεεινοί, βουτηγμένοι μέχρι γόνατος εις τον απαίσιον εκείνον βόρβορον οι εύζωνοι απήντησαν εν τούτοις αμέσως δια πυρός δραστικωτάτου. Συγχρόνως προ της αντιστάσεως του εχθρού εζητήθη η αποστολή πυροβολικού δια να προσδώση εις το μικρόν εκείνο τμήμα του στρατού την εντύπωσιν σοβαρωτέρας φάλαγγος.
   Εν τω μεταξύ όμως οι εύζωνοι δι’ ευστοχωτάτου πυρός ηνάγκασαν τον εχθρόν να εγκαταλείψη τα χαρακώματά του και εξαφανισθή προς την πόλιν.
   Ήτο η έκτη εσπερινή ώρα, η λίμνη εχαράσσετο από αυλάκια χρυσού, τα Γιάννινα ετυλίγοντο μέσα εις την κυανήν ομίχλην των όταν οι εύζωνοι επλησίασαν μέχρι 200 μέτρων τον επιμένοντα εχθρόν. Μία σφαίρα πεσούσα εντός της σκηνής του Τούρκου αρχιστρατήγου εφόνευσε τον τηλεγραφητήν του, τον μάγειρόν του και ένα ακόμη υπηρέτην του. Και προ του κινδύνου αυτού, διδόντων των Αλβανών το παράδειγμα, οι Τούρκοι ετράπησαν προς την πόλιν και κοντά των έφιππος ο Εσσάτ πασάς.
   Ο Βελισσαρίου διέταξε την καταστροφήν των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών γραμμών των μεταξύ Αγίου Ιωάννου και Μπιζανίου και μετά ταχείαν προέλασιν προς την πόλιν έφθασε περί την 7ην νυκτερινήν προ των στρατιωτικών σταύλων, των εις την αρχήν των Ιωαννίνων, ένθα μετ’ ολίγον έφθασαν και οι λοιποί λόχοι των δύο ταγμάτων.
   Εκεί κατηυλίσθησαν οι εύζωνοι με τας καταλλήλους προφυλακάς, μη θεωρηθείσης συνετής της εισόδου των εν καιρώ νυκτός εις την πόλιν.
   Είχεν ησυχάσει σχεδόν το στρατόπεδον, όταν περί την δεκάτην νυκτερινήν παρουσιάζεται προ του υπολοχαγού Τυπάλδου εις τούρκος στρατιώτης. Ο Τυπάλδος νομίζων ότι είναι κομιστής όρων περί παραδόσεως της πόλεως απέστειλεν αυτόν προς τον Βελισσαρίου. Αλλ’ ο τούρκος στρατιώτης, καθ’ ον χρόνον αφήνετο όπως οδηγηθή εκεί, τρέπεται εις φυγήν πυροβολούμενος παρ’ ενός ευζώνου, χωρίς όμως να συλληφθή.
   Ολίγον προ της ενδεκάτης από τον δρόμον έλαμψαν δύο φανάρια αμάξης και όταν επλησίασε, κατέβησαν δύο αξιωματικοί και εις κληρικός.
   Ήσαν ο ανεψιός του Εσσάτ πασά Ρεούφ και ο υπασπιστής αυτού Ταλαάτ.
   Οι δύο αξιωματικοί, κατά την σύστασιν του επισκόπου Δωδώνης – διότι εκείνος ήτο ο κληρικός – εκόμιζον έγγραφον των προξένων προς τον αρχιστράτηγον Διάδοχον της Ελλάδος, συντεταγμένον Γαλλιστί και αναφέρον επί λέξει τα εξής:
   «Οι πρόξενοι των Μ. Δυνάμεων διαβιβάζουν παράκλησιν του Εσσάτ πασά της ανεξαρτήτου μεραρχίας των Ιωαννίνων περί αποσοβήσεως της περαιτέρω αιματοχυσίας και παρακαλούν όπως ειδοποιήσητε και διευκολύνετε ταύτην δι’ όρων παραδόσεως ευνοϊκών, διατάξητε δε την αναστολήν των εχθροπραξιών ως και ούτος ήδη έπραξε».
   Ο Βελισσαρίου υπεδέχθη αυτούς μετά προσηνείας και μετά του σαλπιγκτού του Βλάχου συνεπέβησαν της αμάξης και επροχώρησαν προς το Αυγό.
   Αλλ’ όταν έφθασαν εις το Μπιζάνι ο σκοπός των προφυλακών πυροβολεί εις τον αέρα και ζητεί το σύνθημα.
   Ο Ρεούφ εφέντης εξήγησε τότε τι συμβαίνει εις τον σκοπόν, αλλ’ αυτός ήτο ανένδοτος και επυροβόλησε δια δευτέραν φοράν.
   Ο Ρεούφ εφέντης ευρέθη τότε εις λίαν στενόχωρον θέσιν. Αλλ’ εν τω μεταξύ κατέφθασεν ο αξιωματικός της νυκτός εις τον οποίον εξηγήθη το ζήτημα και επετράπη η διέλευσις, ενώ ο Βελισσαρίου συνεχάρη τον τούρκον φρουρόν δια την τόσην αφοσίωσίν του προς τας διαταγάς των ανωτέρων του.
   Προχωρούν όμως επί μικρόν και απαντούν νέας δυσκολίας. Η οδός είχε σκαφή εις βαθείαν αύλακα και είχε τεθή γραμμή ογκολίθων, όπως μη τυχόν διέλθουν τεθωρακισμένα αυτοκίνητα κατά την εξήγησιν του Ρεούφ.
   Με πολλήν δυσκολίαν ο χάνδαξ επληρώθη, οι ογκόλιθοι εσύρθησαν εκείθεν και διήλθεν η άμαξα.
   Καθ’ οδόν ο Ρεούφ ηρώτα τον Βελισσαρίου πόσος στρατός έχει κατέλθει εις την πεδιάδα.
   «Τρία συντάγματα» είπεν ο Βελισσαρίου «ευρίσκονται παρά την ανατολικήν πλευράν της πόλεως και έτερα εξ όπισθεν των δύο ευζωνικών ταγμάτων, τα οποία αποτελούν την πρωτοπορείαν των και έτερα τρία κατήλθον δια Λοζετίου».
   Εις το Αυγό δεν εύρε καμμίαν δυσκολίαν η νυκτερινή αυτή συνοδεία, αλλά μετά σχετικόν γεύμα εκ ψητού, αυτοκίνητον σταλέν εξ Εμίν Αγά παρέλαβεν αυτήν και την μετέφερεν εκεί. Την αποστολήν υπεδέχθη ο Δούσμανης ο οποίος και εισήγαγεν αυτήν παρά τω Διαδόχω.
   Η Α. Υψηλότης αφού ενέγνωσε το έγγραφον, «Δεν είναι καιρός συζητήσεων», είπεν. «Επιτρέπω μόνον εις τους αξιωματικούς να φέρουν τα ξίφη των».
   Το έγγραφον το οποίον εδόθη προς του Τούρκους αξιωματικούς ως απάντησις ήτο συντεταγμένον Γαλλιστί και ανέφερε τα εξής:
   «Προς τους Κους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων εις Ιωάννινα.
Ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος της Ελλάδος δηλοί εις απάντησιν του εγγράφου αυτών ότι δέχεται παράκλησιν του Εσσάτ πασά περί παραδόσεως των Ιωαννίνων και φρουρίων και θεωρεί παν στράτευμα Τουρκικόν, όπερ ευρισκόμενον προ ημετέρων δυνάμεων ήθελεν υψώση λευκήν σημαίαν και παραδώση τα όπλα, ως αιχμάλωτον πολέμου. Ως προς την αναστολήν των εχθροπραξιών λυπείται, διότι αδυνατεί να συμμορφωθή προς την εκφρασθείσαν επιθυμίαν, καθόσον σώματα στρατού διαταχθέντα από του μεσονυκτίου να προελάσωσιν ευρίσκονται ήδη εις θέσεις μετά των οποίων η άμεσος συνεννόησις είναι απολύτως δυσχερής».
   Ως προς το ξίφος των αξιωματικών η απάντησις δεν ανέφερε τίποτε.
   Όταν η αποστολή επέστρεφεν, είχεν απλωθεί υπέρ τον κάμπον των Ιωαννίνων το φως της ημέρας.
                                                                *
   Τα Ιωάννινα κατελήφθησαν υπό του Ελληνικού στρατού την 10ην ώραν της 21 Φεβρουαρίου και ανηγγέλθη τούτο υπό του αρχιστρατήγου δια του εξής τηλεγραφήματος:

                                                                           Ιωάννινα, 22 Φεβρουαρίου 11 π.μ.
   Μετά την δια των εν Ιωαννίνοις ξένων Προξένων διαβιβασθείσάν μοι δι’ αξιωματικών του τουρκικού Επιτελείου επιθυμίαν του Εσσάτ πασά, όπως παραδοθή η πόλις, τα φρούρια και ο στρατός των Ιωαννίνων, διώρισα στρατιωτικόν Διοικητήν Ιωαννίνων τον υποστράτηγον Σούτσον, ον διέταξα να μεταβή μετά συντάγματος ιππικού να καταλάβη την πόλιν, όπερ εγένετο περί την 10ην της πρωίας χθες.
   Το έβδομον πεζικόν σύνταγμα διετάχθη ν’ αναλάβη την φρούρησιν της πόλεως. Περί την μεσημβρίαν απέστειλα προς τον Τούρκον αρχιστράτηγον τους λοχαγούς του επιτελείου Μεταξάν και Στρατηγόν, οίτινες υπέγραψαν το πρωτόκολλον της παραδόσεως. Κατά την κατάληψιν επεκράτησε μεγάλη τάξις.
   Σήμερον περί την μεσημβρίαν εισήλθον επισήμως εις τα Ιωάννινα.
   Η είσοδος εξετελέσθη ως εξής:
   Την 11.30΄ εν χιλιόμετρον νοτίως των Ιωαννίνων παρετάχθησαν υπό τας διαταγάς του υποστρατήγου Μοσχοπούλου τα εξής στρατεύματα αποτελούμενα εκ τμημάτων των Μεραρχιών.
   1ον 8ον 15ον πεζ. Συντάγματα, 1ον σύνταγμα ευζώνων, η μοίρα του πεδ. Πυροβολικού Βλαχοπούλου, λόχος μηχανικού, τμήματα ποδηλατών. Αξιοσημείωτον δε ήτο το ευσταλές του παραστήματος των ανδρών κατά την γενομένην υπ’ εμού επιθεώρησιν.
   Εις την είσοδον της πόλεως με υπεδέχθησαν ο Μητροπολίτης μετά του κλήρου, και οι λοιποί θρησκευτικοί αρχηγοί, οι πρόξενοι εν μεγάλη στολή και οι αντιπρόσωποι των διαφόρων σωματείων.
   Η πορεία δια μέσου της πόλεως εγένετο εν μέσω αληθούς φρενίτιδος σύμπαντος του λαού.
   Μετά την εν Μητροπόλει γενομένην δοξολογίαν καθ’ ην την προσφώνησιν του Μητροπολίτου διέκοπτον ζητωκραυγαί ακράτητοι υπέρ του Βασιλέως, εμού και του στρατού, εγένετο η επίσημος δεξίωσις των Θρησκευτικών αρχηγών, των Προξένων και των Δημοτικών αρχών.
   Ολόκληρος η πόλις σημαιοστόλιστος πανηγυρίζει. Δύο ουλαμοί ιππικού διευθυνθέντες προς βορράν της πόλεως ηχμαλώτισαν 2.300 στρατιώτας εκ των διαφυγόντων. Ο Μητροπολίτης Παραμυθίας απέστειλε κατ’ αίτησιν των εκεί προκρίτων Οθωμανών έγγραφον δι’ ου ζητείται η εις τον Ελληνικόν στρατόν παράδοσις της Παραμυθίας και των πέριξ χωρίων.


                                                                            ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ

                                                                *
   Η είσοδος  του Διαδόχου αρχιστρατήγου εις τα Ιωάννινα εγένετο την 22αν Φεβρουαρίου υπήρξε δε κυριολεκτικώς αποθεωτική.

   Ιδού πώς αυτόπτης αφηγείται τα συμβάντα εν Ιωαννίνοις την ιστορικήν δια τον Ελληνισμόν ημέραν εκείνην.
   «Έλαμπεν ο ήλιος με Ιουλιανήν σπατάλην ακτίνων, εφλοίσβιζεν η Παμβώτις εις μυστικήν βαθύμολπον ωδήν, εσείοντο εις προσκύνημα αι λεύκαι και τα τουφωτά κυπαρίσσια, όταν ο πρίγκηψ Αρχιστράτηγος διέσχισε τον Γιαννιώτικον κάμπον και έφθανεν εμπρός από την Ηπειρωτικήν πρωτεύουσαν. Κοντά εις τον Νορμανδόν Βοημούντον και τον Στέφανον Δουσσάν, τον ευγενή ήρωα του σερβικού θρύλου από σήμερον προσετέθη και ένας ακόμη κατακτητής της βαρυφρουρήτου πόλεως. Αλλά δίκαιος αυτός απελευθερωτής και συνεχιστής πλέον της σειράς του Μιχαήλ Αγγέλου του Κομνηνού.
   Δεν ήλθε με την φλόγα και τον σίδηρον εις το χέρι δια να κατασκάψη τα τεμένη των αντιπάλων του, ούτε εξαπέλυσε την βάρβαρον απειλήν του τέως κατακτητού ‘όποιον κάστρον και χώρα δεν προσκυνήση θα κατέλθω και θα τα χαλάσω εκ θεμελίων’.
   Εισήλθε μίαν ιεράν και ηδύπνοον μεσημβρίαν και επέρασεν από τον δρόμον του Καλούτς Ασμέ αντικρύζων επάνω από το κοκκινωπόν άτι Του μάτια κολυμβώντα εις στοργικά δάκρυα και πατών εις μυρσίνας και ία, ενώ η ατμόσφαιρα εδονείτο από τας επευφημίας και τας ζητωκραυγάς αφωσιωμένου λαού».
   Η Α. Υψηλότης ο Διάδοχος αναχωρήσας εξ Εμίν Αγά την δεκάτην πρωινήν ώραν αφίκετο έξωθι της πόλεως ολίγον προ της μεσημβρίας.
   Όλος περίπου ο στρατός είχε παραταχθή εις σειράν ολοκλήρων χιλιομέτρων, κατά μήκος της οδού και μόλις είδε τον Αρχηγόν Του εξερράγη εις παρατεταμένας ζητωκραυγάς.
   Ο Διάδοχος ανέβη αμέσως επί του ίππου Του και αφού έλαβεν αναφοράν του καταφθάσαντος την στιγμήν εκείνην αρχηγού του ιππικού υποστρατήγου Σούτσου επροχώρησε βραδέως προς την πόλιν.
   Της πομπής της εισόδου προηγείτο μία ημιλαρχία υπό τον Πιερράκον Μαυρομιχάλην, ηκολούθει ο λόχος των ποδηλατιστών και η μουσική και ευθύς αμέσως ο Διάδοχος, φέρων μικράν στολήν στρατηγού, σπάθην και γκέτταις.
   Εις μίαν γραμμήν όπισθεν του Διαδόχου ηκολούθουν οι πρίγκηπες Ανδρέας, Χριστόφορος, ο επίδοξος Διάδοχος και ο πρίγκηψ Αλέξανδρος. Κατόπιν οι του επιτελείου Δαγκλής, Δούσμανης, Μεταξάς, Στρατηγός, Πάλλης, Στάϊκος κλπ. Ως πρωτοπορία του πεζικού ήσαν τα δύο ευζωνικά τάγματα των Βελισσαρίου και Ιατρίδου και κατόπιν τα πεζικά, το μηχανικόν, το πυροβολικόν.
    Κατά την τάξιν ταύτην βαίνουσα η πομπή έφθασεν εις την είσοδον της πόλεως, ένθα ανέμενον ο Μητροπολίτης Γερβάσιος, οι αντιπρόσωποι της Ισραηλιτικής και της Τουρκικής κοινότητος, και οι ξένοι πρόξενοι.
   Η ζητωκραυγή του στρατού και όσων είχον εξέλθει της πόλεως έφθασε μέχρις εκεί και μόλις επλησίασεν ο Διάδοχος ήρχισε μία έκφρων εκδήλωσις χαράς, κάτι όντως συγκινητικόν και αλησμόνητον.
   «Ζήτω ο Διάδοχος»
   «Ζήτω ο Βασιληάς μας»
   «Ζήτω ο Ελληνικός στρατός»
ωρύετο και ανεκραύγαζεν η πυκνοτάτη και απέραντος εκείνη μάζα του λαού και ο Νικητής Αρχιστράτηγος έφερε το χέρι μέχρι του πηληκίου προσπαθών κάτω από την στρατιωτικήν του αυστηρότητα να κρύψη τα κύματα της συγκινήσεως, η οποία εχαράσσετο εις ένα αδιόρατον μειδίαμα των χειλέων Του ή ύγραινεν ελαφρώς τους γλαυκούς οφθαλμούς Του.
   Πρώτος ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Γερβάσιος πλησιάσας προσεφώνησεν ως εξής την Α. Υψηλότητα:
   «Με παλμούς ευγνωμοσύνης, Υψηλότατε, η πόλις των Ιωαννίνων υποδέχεται τον Νικητήν Αρχιστράτηγον.
   Ο γενναίος Ελληνικός στρατός δια της καταλήψεως των Ιωαννίνων απέδειξεν όχι μόνον την ανδρείαν και την αντοχήν του, αλλά και τα αισθήματα, τα οποία πλημμυρούν την ψυχήν και την καρδίαν του, ως ανταξίου των προσδοκιών της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος.
   Είθε, Υψηλότατε, ο Ύψιστος να ιθύνη τα βήματα Υμών μέχρις εκπληρώσεως πάντων των ονείρων της Ελληνικής φυλής».
   Μετά το πέρας της προσφωνήσεως ο Πανιερώτατος καθώς και ο τέως πρόξενος Ιωαννίνων Φορέστης παρουσίασαν εις την Α. Υψηλότητα τον Μουφτήν Φουάτ εφέντην, τον Δήμαρχον Γιαγιά βέην, τον πρόεδρον της Ισραηλιτικής κοινότητος Μποχωράκι Χανέμ. Ακολούθως αφού παρουσιάσθησαν κατά σειράν οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων η πομπή εξοκολούθησε την πορείαν της.
   Από κάθε παράθυρον, από κάθε θύραν, από τους υπερπλήρεις εξώστας ιαχή εις χιλίους τόνους εξεχύνετο και εκυριάρχει και εβομβούσε και ωργίαζε.
   Αυταί ακόμη αι Οθωμανίδες οπίσω από τα καφάσια εκελάδουν την λέξιν αυτήν, ενώ αβρά χέρια ερράντιζον τον Διάδοχον και το επιτελείον του με μόσχον ή έρριπτον επάνω του μενεξέδες και δαφνόφυλλα.
   Έβλεπε κανείς εκεί όλην την θερμήν ψυχήν του Έλληνος εκσπώσαν εις χιλίων ειδών παιδικά κινήματα.
   Άλλος επετούσε τον κούκκον του, άλλος εξέσχιζε το φέσι του, άλλος εχειροκρότει με νευρικήν χαράν. Μία γρηά κατερρυτιδωμένη εσύρετο μέχρι του ίππου του Διαδόχου και αγκάλιαζε ταις μπόταις του φωνάζουσα «Καλώς μάς ώρισε Βασιληά!».
   Ενόμιζε κανείς από το σφικταγκάλιασμα αυτό ότι δεν έζησε την μακράν ζωήν της παρά δια να απολαύση την στιγμήν αυτήν.
   Και μέσα εις όλην την θύελλαν των ζητωκραυγών και των επευφημιών ο Διάδοχος επροχωρούσε με συγκρατημένην ηρεμίαν προσέχων και τας τελευταίας λεπτομερείας των θερμοτάτων αυτών εκδηλώσεων.
   Αίφνης από ένα εξώστην μία γεροντική φωνή αντήχησε:
   «Γρήγορα στην Πόλι!»
   Ήμην κοντά, σχεδόν παραπλεύρως του Διαδόχου, όταν ηκούσθη η κραυγή αυτή και βεβαιώ ότι είδα τον Διάδοχον των Παλαιολόγων να ανυψώνη τα μάτια εταστικά και τα χείλη του να φανερώνουν το φως μιάς απολύτου εσωτερικής αισιοδοξίας.
   Με την τρικυμίαν του αδιακόπου ενθουσιασμού η πομπή διέσχισε την μεγάλην οδόν του Καλούτς Ασμέ, έφθασεν εις την πλατείαν του Ωρολογίου και εκείθεν προυχώρησεν εις τον στενόν δρόμον ο οποίος φέρει εις τον Μητροπολιτικόν ναόν του Αγίου Αθανασίου.

   Η δοξολογία ήρχισεν ακριβώς την δωδεκάτην και ημίσειαν. Εχοροστάτει δε ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Γερβάσιος βοηθούμενος υπό των επισκόπων Δωδώνης και Περιστεράς.
   Αφού δε ηυχήθη υπέρ του Βασιλέως και του ενδόξου Στρατηλάτου Διαδόχου Κωνσταντίνου υπό τας ζητωκραυγάς του εκκλησιαστικού πληρώματος, προσεφώνησε την Α. Υψηλότητα δια φωνής παλλομένης από αληθή συγκίνησιν ως εξής:
   «Όργανον θεοδόξαστον της Θείας Προνοίας, Υψηλότατε Στρατηλάτα Κωνσταντίνε, το μέγα και τετιμημένον παρ’ άπαντι τω Ελληνικώ όνομα, εισήλασας αστραπιαίως εις την καρδίαν της Μακεδονίας και νικητής και τροπαιούχος ενταύθα καταφθάσας, πηγνύεις το ιερόν της ελευθερίας λάβαρον επί των επάλξεων της ακροπόλεως ταύτης της ευάνδρου Ηπείρου, ης τα όρια πρόκειται να χαράξη το οξύ ξίφος Σου και η ανδρεία και ο άκρατος πατριωτισμός των θαρσαλέων πολεμιστών Σου.
   Και λοιπόν, Χριστιανοί μου, ημείς οι τέως εν χώρα και σκιά θανάτου καθήμενοι βλέπομεν φως μέγα, βλέπομεν συντετριμμένας και μακράν εκτινασσομένας της επαράτου δουλείας τας αλύσσεις. Αλλά μήπως, Χριστιανοί μου, διατελούμεν παίγνιον απατηλού ονείρου; Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, η δεξιά Σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι, η δεξιά Σου, Κύριε, συνέτριψε τους υπεναντίους, επείδες τέλος, Κύριε, επί την κάκωσιν και ταπείνωσιν του περιουσίου λαού Σου.
   Επί σειράν αιώνων, Υψηλότατε, οι πατέρες ημών και ημείς Έλληνες όντες τυράννοις εδουλεύομεν. Ελοιδορούμεθα, εκολαφιζόμεθα, εμαστιγούμεθα, εβασανιζόμεθα, και τι δεν επάσχομεν; Οι πλούσιοι, Υψηλότατε, δεν συναισθάνονται τα δεινά της πενίας. Αλλά και οι μεγάλοι και ισχυροί δεν συναισθάνονται τα δεινά της δουλείας, διότι δεν είδον ιδίοις οφθαλμοίς τι σημαίνει βδέλυγμα ερημώσεως, ουδ’ εδοκίμασάν ποτε τέρατος τυραννικού την σπάθην, ουδέ την υπερφίαλον θηριωδίαν.
   Αλλ’ ημείς οι μέχρι τρυγός ποτισθέντες παντοδαπά της πικρίας των δούλων ποτήρια, ημείς συναισθανόμεθα οποίον και ηλίκον αγαθόν σήμερον απεκτήσαμεν. Νομίζομεν ότι σήμερον νεωστί εγεννήθημεν, σήμερον εξεπηδήσαμεν εκ της κοιλίας των μητέρων μας.
   Φαντάζεσθε, Υψηλότατε, οποία συναισθήματα κατακλύζουσι την καρδίαν μας σήμερον. Και τρίζουσι μεν εκ χαράς και αγαλλιάσεως εν τοις τάφοις τα οστά των πατέρων μας, αι δε ψυχαί αυτών ταύτη τη στιγμή παρά  το Σεπτόν Σου πρόσωπον περιχορεύουσαι, περιστέφουσι δι’ αμαράντων ανθέων δόξης την πολυτίμητον κεφαλήν Σου, ημείς δε προσφέρομεν την βαθείαν ημών ευγνωμοσύνην τη τε Υμετέρα Υψηλότητι και τη λεοντοκάρδω στρατιά Σου.
   Αλλά τι είπωμεν και τι λαλήσωμεν περί των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες εξέχεον επί του πεδίου της μάχης το πολύτιμον αυτών αίμα της ελευθερίας ημών υπεραμυνόμενοι; Ημείς μεν, Υψηλότατε, χρυσοίς γράμμασιν θα εγγράψωμεν εν ταις πλαξί των καρδιών ημών τα ιερά αυτών ονόματα. Θα καταλίπωμεν δε εις τους επιγόνους μας ιεράν διαθήκην όπως μετ’ ευγνωμοσύνης και θαυμασμού μνημονεύωσι πάντοτε τα ονόματά των και αυτούς να προβάλλωνται πάντοτε εαυτοίς πρότυπον αρετής και φιλοπατρίας αν θέλωσιν επαξίως να φέρωσι τον τίτλον ελευθέρου Έλληνος πολίτου.
   Ομολογούμεν, Υψηλότατε, και δεν αρνούμεθα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματά Σου, αλλ’ επιτρέψατέ μοι να είπω ότι δεν εξεπληρώσατε έτι καθ’ ολοκληρίαν τον υψηλόν προορισμόν Σας.
   Έχομεν, Υψηλότατε, την μεγάλην μας Πόλιν, την φερώνυμόν Σου πόλιν, ης υπό τας επάλξεις έπεσε ξιφόπληκτος ο ήρως εκείνος Κωνσταντίνος, αλλ’ ην κατά τας εθνικάς ημών παραδόσεις και τας προφητείας των εθνικών προφητών μας θα ανακτήση και πάλιν Κωνσταντίνος, ο δε Κωνσταντίνος ούτος είσαι Συ.
   Αλλά δεν περαίνεται και ούτως ο υψηλός προορισμός Σου. Και ημείς μεν, οι την Ήπειρον, την κοιτίδα του Ελληνισμού κατοικούντες θα παρακαλέσωμεν τον Κύριον Ημών Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν μας, να δώση ολίγην ζωήν και εις τον Δωδωναίον Δία, τον εθνικόν Θεόν μας, ίνα εξαποστείλη και αλλαχού χρησμούς ελευθερίας. Συ δε, Υψηλότατε, αποφάσισόν ποτε να διέλθης ως άλλος Μέγας Αλέξανδρος τον Γρανικόν της Μ. Ασίας, να περιαγάγης και εκεί τροπαιοφόρος την γαλανόλευκον και να προσκομίσης και εις τους εκεί Έλληνας, Χριστιανούς αδελφούς μας, τα ιερά και πολύτιμα της ελευθερίας δώρα. Γένοιτο, Κύριε! Αμήν!»
   Μετά την Δοξολογίαν ο Διάδοχος διηυθύνθη εις το μέγαρον των Δικαστηρίων, εις την μεγάλην αίθουσαν του οποίου εδέχθη τας Αρχάς.
   Πρώτον εδέχθη τα συγχαρητήρια του Χριστιανικού κλήρου και κατόπιν του προέδρου της Ισραηλητικής κοινότητος Μποχωράκη Χανέμ και των εφόρων της Μιναέμ εφέντη και Ματθιούλ εφέντη.
   Προσήλθον ευθύς αμέσως ο Μουφτής Φουάτ εφέντης, οι ξένοι πρόξενοι και κατόπιν ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος οδοντοϊατρός Ξούρας, ο δημογέρων Πισπιρής, οι βουλευταί Κίγκας και Σούρλας, οι μπρόκριτοι Σακελλάριος, Θύμιος, Μήτσος, ο Τούρκος Δήμαρχος Γιαγιά μπέης κλπ.
   Η Α. Υ. εγκατεστάθη εις την μεγάλην οικίαν του Σακελλαρίου.

                                                                  *

   Την επομένην ο Αρχιστράτηγος εξέδωκε τας εξής δύο προκηρύξεις προς τον λαόν, τοιχοκολληθείσας εις πάσας τας οδούς της πόλεως:

                       Ο Γενικός Αρχηγός του Στρατού Ηπείρου και Μακεδονίας
                                                  προς τους Ηπειρώτας

   Η θέλησις και η γενναιότης του Ελληνικού στρατού ήγαγεν Ημάς εις κατάκτησιν της πρωτευούσης της Ηπείρου.
   Τίμιον Ελληνικόν αίμα εχύθη εν πολλαίς μάχαις δια τη κατάκτησιν ταύτην.
   Τον αγώνα ανελάβομεν προς προάσπισιν των δικαίων των εθνών και του ανθρώπου ως ατόμου και πολίτου.
   Δι’ ο και εισελαύνων εις τα Ιωάννινα διακηρύττω ότι εγγυώμαι εις πάντας ανεξαρτήτως θρησκείας και εθνότητος ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας. Αλλά πας ο επιχειρήσων να διαταράξη την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν ή οπωσδήποτε να αντιστρατευθή εις τας διαταγάς Μου και τους νόμους της Ελλάδος θέλει τιμωρηθή παραδειγματικώς.
   Προς εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως κηρύττω τον στρατιωτικόν νόμον μέχρι νεωτέρας αποφάσεως.
   Αι λεπτομέρειαι της εφαρμογής αυτού περιέχονται εν ιδιαιτέρα προκηρύξει.
   Πέποιθα ότι πάντες ανεξαιρέτως συναισθανόμενοι τας ευθύνας των πράξεων αυτών θέλουσι συντελέση εις την παγίωσιν της τάξεως και ασφαλείας εν τη πόλει και θέλουσι παράσχει Μοι πρόθυμον συνδρομήν προς ευόδωσιν του έργου Μου.

                                                     Εν Ιωαννίνοις τη 22 Φεβρουαρίου 1913
                                                                    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ


                           Ο Γενικός Αρχηγός του στρατού Ηπείρου και Μακεδονίας

                                                          Διακηρύττει ότι

   Καταλυθεισών απασών των μέχρι τούδε πολιτικών και στρατιωτικών αρχών εν τη υφ’ Ημών καταληφθείση χώρα, μέχρι νεωτέρας αποφάσεως αναγνωρίζονται μόνον αι θρησκευτικαί αρχαί, ήτοι οι Σ. Μητροπολίται και οι απ’ αυτών εξαρτώμενοι ιερείς, μητροπολιτικά δικαστήρια και δημογεροντίαι, οι Μουφτήδες και καδήδες και Ραββίνοι. Εκ δε των πολιτικών αρχών αναγνωρίζονται μόνον αι τοπικαί ήτοι αι δημαρχίαι και οι μουχτάρηδες.
   Προσκαλούνται δε οι μεν Σεβασμιώτατοι Μητροπολίται  ως και ανωτέρω θρησκευτικαί αρχαί να συστήσωσιν εις τους απ’ αυτών εξαρτωμένους λειτουργούς να εξακολουθήσωσιν ασκούντες τα εαυτών καθήκοντα μετά ζήλου και ακριβείας, οι δε δήμαρχοι και Μουχτάρηδες να εμφανισθώσιν εντός οκτώ ημερών ενώπιον των νέων ανωτέρων πολιτικών και στρατιωτικών Αρχών.
   Εγένετο εν Ιωαννίνοις τη 22 Φεβρουαρίου 1913

                     Ο Γενικός Διοικητής του στρατού Ηπείρου και Μακεδονίας
                                          ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ

   Εκτός των προκηρύξεων τούτων και ο στρατιωτικός διοικητής Σούτσος εξέδωκεν ετέραν αναγράφουσαν τας λεπτομερείας της εφαρμογής του στρατιωτικού νόμου και καλούσαν τους πολίτας επί τα έργα των.

                                                               *
   Η άλωσις των Ιωαννίνων, θεωρουμένων απορθήτων, προυξένησε και εις την Ευρώπην και εις τους συμμάχους βαθείαν εντύπωσιν, αληθή δε κατάπληξιν εις τους Τούρκους.
   Εν Σόφια ο βασιλεύς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος έστειλεν εις την Ελληνικήν Πρεσβείαν τον πρώτον υπασπιστήν του ίνα συγχαρή τον Πρέσβυν της Ελλάδος δια την άλωσιν των Ιωαννίνων.
   Ο πρωθυπουργός Γκέσωφ επίσης συνεχάρη θερμώς τον Πρεσβευτήν Πανάν.
   Εκ Βελιγραδίου δε ηγγέλλετο ότι η Σερβική Κυβέρνησις και οι Σέρβοι εδείκνυον μεγίστην χαράν δια την άλωσιν των Ιωαννίνων.
   Και εκ Κεττίγνης ηγγέλλετο ότι ο στρατός εώρταζε πανηγυρικώς την άλωσιν των Ιωαννίνων. Ο λαός της Κεττίγνης εζητωκραύγαζεν ενώπιον της Ελληνικής Πρεσβείας δια την νέαν νίκην του Ελληνικού στρατού.
   Ο Βασιλεύς Νικόλαος και η Βασίλισσα μετά των πριγκήπων εγκαρδίως και ενθουσιωδώς συνεχάρησαν τον ημέτερον εκεί Πρεσβευτήν Ευγενιάδην.
   Τα ευρωπαϊκά φύλλα και ιδίως τα παρισινά και τα αγγλικά εξέφραζον την έκπληξιν αλλά και την χαράν των δια το κατόρθωμα.
   «Το αδύνατον εγένετο δυνατόν. Τα Ιωάννινα θεωρούμενα ως η Πέμπτη κατ’ ισχύν ωχυρωμένη πόλις του κόσμου έπεσαν εις χείρας της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητος, του Διαδόχου της Ελλάδος».
   Δια των λέξεων τούτων ήρχιζε το άρθρον του «Ημερησίου Τηλεγράφου», το συνοδευόμενον και υπό σχετικού χάρτου των Ιωαννίνων και των περιχώρων.
   «Η πόλις αυτή καθ’ εαυτήν δεν είναι ωχυρωμένη, αλλά μόνον εν φρούριον εν τη νήσω φέρει πυροβόλα έχοντα σημασίαν τινά» λέγει.
   Και εξακολουθεί «Εν τούτοις η περικυκλούσα τα Ιωάννινα ζώνη φρουρίων ηγέρθη, κατά την τελευταίαν τετραετίαν, υπό την επιτήρησιν τα μάλιστα πεπειραμένων Γερμανών αξιωματικών του Μηχανικού, 130 δε πυροβόλα, διαμετρήματος ουχί μικροτέρου των πέντε δακτύλων, υψώθησαν επί διαφόρων οχυρωτικών έργων».
   Καίτοι ο Αγγλικός τύπος επιθυμεί να εξευτελίση δια λόγους ευνοήτους την αξίαν της Γερμανικής οχυρωτικής, ως εις την άλωσιν των Σαράντα Εκκλησιών εξηυτέλισε την αξίαν των Γερμανικών πυροβόλων, εν τούτοις δεν ηδύνατο να αποκρύψη τον θαυμασμόν του προς το γιγαντούργημα του Διαδόχου, και τούτο ένεκα των ειδικών ελλείψεων του υπ’ αυτόν στρατού, αίτινες επαρουσίαζον την άλωσιν των Ιωαννίνων δις αδύνατον. «Είναι μοναδικόν», έλεγεν ο αυτός αρθρογράφος, «εις την πολεμικήν ιστορίαν παράδειγμα η πολιορκία τοσούτον ωχυρωμένης θέσεως ως των Ιωαννίνων δι’ ολίγων μόλις βαρέων πυροβόλων, των υπολοίπων όντων πεδινών, η δε χρήσις ην οι Έλληνες εποίησαν τούτων τιμά την αγχίνοιάν των και την ευθυβολίαν των».
   Η κατάληψις των Ιωαννίνων δεν εθεωρήθη μόνον στρατηγικόν κατόρθωμα, αλλά και φιλανθρωπικόν. Διότι πλην  των 35.000 περίπου τακτικών στρατιωτών του Εσσάτ πασά, η πόλις και τα χωρία των Ιωαννίνων ετρομοκρατούντο υπό των Αλβανικών συμμοριών, αίτινες έλαβον τα επίχειρα της πλιατσικολογικής κακίας των.
   Ο λοχαγός Τράπμαν, ανταποκριτής εν Ηπείρω του «Ημερησίου Τηλεγράφου» είπε, μεταξύ άλλων, εν τη διαλέξει του εις την λέσχην των αξιωματικών, τα εξής τσουχτερά κατά των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδία της Αυστρίας και Ιταλίας, αίτινες προστατεύουσι τους νέους Ούνους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης:
   «Είκοσιν έως τριάκοντα χιλιάδες Αλβανοί, οίτινες αφέθησαν ελεύθεροι ένεκα της εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων περί της σωτηρίας της χώρας των, εβοήθησαν τον Τουρκικόν στρατόν εις την διασκέδασιν κατά των χριστιανών, καίοντες χωρία και φονεύοντες τους κατοίκους των.
   Εκατόν περίπου χωρία κατεστράφησαν και χιλιάδες αόπλων κατοίκων – ανδρών, γυναικών, παίδων – ου μόνον εσφάγησαν αλλ’ εγένοντο αντικείμενα κακουργιών, ας ουχί να αναφέρη τις αλλ’ ουδέ να συλλογισθή δύναται χωρίς να αισθανθή φρίκην».
   Κλείοντες ενταύθα το κεφάλαιον περί Ηπείρου κρίνομεν αναγκαίον προς πλήρη διαφώτισιν του αναγνώστου περί της καταπτύστου διαγωγής των Αλβανών και του χαρακτήρος αυτών να καταχωρίσωμεν μικράν περικοπήν του άρθρου Ισμαήλ Χακή βέη περί αυτών δημοσιευθέντος εις τον «Οθωμανικόν Λόϋδ»:
   «…Ενώ», λέγει, «οι εξ ανατολής άνδρες πάντες εξετέλεσαν το καθήκον των ιδού τι έπραττον οι Αλβανοί.
   Αμόρφωτοι στρατιωτικώς, μηδεμίαν έχοντες γνώσιν περί του όπλου των, δυσήνιοι πάντοτε, πρόθυμοι εις κλοπάς, πυρπολήσεις και λεηλασίας, ήσαν και θα είνε αιωνίως η επαίσχυντος κηλίς της ιστορίας του πολέμου τούτου. Εδείκνυον γενναιότητα μόνον οσάκις ήλπιζον άφθονον λεηλασίαν ή οσάκις είχον τοιούτον σκοπόν.
   Οι αξιωματικοί ουδεμίαν ηδύναντο να εξασκώσιν επ’ αυτών εξουσίαν και τους καθικέτευον να κυριεύσωσι τούτον ή εκείνον τον λόφον, χωρίς να είναι βέβαιοι ότι θα εισακουσθώσιν.
   Η αλβανική προπαγάνδα συνετέλεσεν ώστε να λιποτακτήσουν 10.000 εκ των 12.000 Αλβανών και η άμυνα της πόλεως εφορτώθη ολόκληρος εις τους ανατολίτας.
   Οι Αλβανοί ελιποτάκτησαν ή κατά μονάδας ή καθ’ ομίλους πάντοτε συναποφέροντες τα όπλα των, τα πυρομαχικά, οι μεν δια να αυτομολήσουν εις τον εχθρόν οι δε άλλοι δια την Αλβανικήν ανεξαρτησίαν.
   Την 12 Νοεμβρίου εν Δρίσκω τα αλβανικά τάγματα ετράπησαν εις φυγήν καταληφθέντα υπό πανικού προ των Γαριβαλδινών οίτινες κατώρθωσαν να πρελάσωσι μέχρι των οχθών της λίμνης των Ιωαννίνων και η πόλις θα εκυριεύετο από τότε εάν δεν έσπευδον απροόπτως μερικά συντάγματα εξ ανατολών ελθόντα μετά την άλωσιν του Μοναστηρίου εκείθεν.
   Όταν δε είδον τους Ανατολίτας καταδιώκοντας τους Γαριβαλδινούς ενώ έφευγον εστράφησαν προσποιηθέντες ότι ακολουθούν τους Ανατολίτας δια να λεηλατήσουν και πυρπολήσουν τα χριστιανικά χωρία.
   Άμα εδίδετο διαταγή εις Αλβανικόν τάγμα να εκτελέση έφοδον, μέγα μέρος αυτού εξηφανίζετο, άλλοι δε αντί να προσέλθουν εις τας τάξεις των, έμεναν καθήμενοι κατά γης καπνίζοντες και συνδιαλεγόμενοι χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψει ούτε τους αξιωματικούς ούτε τας διαταγάς των.
   Όταν το αλβανικόν τάγμα εξ 600 ανδρών επρόκειτο να εκτελέση πορείαν δύο ή τριών χιλιομέτρων, οι μεν εκ των ανδρών του τάγματος τούτου προσεποιούντο ότι είναι κουρασμένοι και εκάθηντο καθ’ οδόν ή κατεκλίνοντο προς ύπνον. Εις τίποτε δεν εχρησίμευον αι απειλαί και αι επιπλήξεις των αξιωματικών. Οι άνδρες περιεγέλων ασυστόλως τους ανυπομονούντας αξιωματικούς.
   Με πολλάς παρακλήσεις και ικεσίας κατόπιν κάτι εγίνετο. Οσάκις επρόκειτο να βαδίσωμεν προς το πυρ του εχθρού, το ήμισυ του τάγματος δεν ήτο παρόν. Άμα όμως επρόκειτο να διανεμηθή άρτος ή να γίνουν πληρωμαί κανείς δεν έλειπε.
   Αλβανοί στρατιώται επώλησαν τον ίππον του ταγματάρχου των αντισυνταγματάρχου Βεφή βέη. Ούτος μόνον με 20 άνδρας υπεστήριξεν εν Μπεσπινάρ μίαν θέσιν και έπεσεν εκεί νεκρός.
   Όταν οι έφεδροι Αλβανοί κατεγίνοντο να απογυμνώσουν τον τραυματισθέντα λοχαγόν Χαμζά βέην, ούτος συνελθών τοις εφώνησε «Μη βιάζεσθε, ω ευγενείς μαχηταί Αλβανοί, ακόμη δεν απέθανα!». Μεταξύ των ανατολιτών στρατιωτών υπήρχον τινές ευπορούντες οι οποίοι οι περισσότεροι εφονεύθησαν από Αλβανούς εφέδρους δια να αρπάσουν το κεμέρι.
   Ο καταλαβών την θέσιν της Μανωλιάσας στρατηγός Δζαβήτ πασσάς και φονευθείς εκεί, εληστεύθη από τοιούτους αλβανούς, οι οποίοι αφήρεσαν το χρηματοφυλάκιόν του περιέχον 200 λ.Τ. Ενώ εξετέλουν εγώ έφιππος κατόπτευσιν, εύρον ανατολίτην στρατιώτην κατακείμενον εις το χείλος της οδού, στενάζοντα και ζητούντα βοήθειαν.
   Εις την ερώτησίν μου τι είχεν, αυτός μοί απήντησεν, ότι τον επλήγωσεν εκ των νώτων εις Αλβανός δια να τον απογυμνώση.
   Ουδέ ίχνος πειθαρχίας υπήρχεν παρά τοις αλβανοίς. Οι αξιωματικοί ουδεμίαν ήσκουν επιρροήν επί ανδρών, τους οποίους ουδέποτε είχον και μόνον επί του πεδίου της μάχης τους ανεκάλυψαν. Ο μέραρχος συνταγματάρχης Δζελάλ βέης είχεν έλθει από την Βαγδάτην και σαν τρελλός ανεζήτει την μεραρχίαν επί του πεδίου της μάχης του Γριμπόβου, όπου πρώτην φοράν την έβλεπεν.
   Ο εκ Πρεμετής Αλβανός ταγματάρχης Μεχμέτ Αλή βέης φθάνει εκ Θεσσαλονίκης και σπεύδει εις αναζήτησιν του τάγματός του επί του πεδίου της μάχης. Αξιωματικοί παντός όπλου, αξιωματικοί επιτελείς, υπαξιωματικοί και άνδρες προσήρχοντο καθ’ εκάστην καταζητούντες απηλπισμένοι να εύρουν τους άνδρας καθ’ ην στιγμήν ούτοι διεξήγαγον την μάχην.
   Προ του πολέμου είχον απολύσει τους εκτελέσαντας την θητείαν των άνδρας, πολλά δε τάγματα βαδίζοντα κατά του εχθρού μόλις είχον πεντήκοντα άνδρας.
   Το ανεξάρτητον σώμα των Ιωαννίνων μόλις ηρίθμει 4.000 άνδρας συναθροισθέντας δια να βαδίσουν εναντίον του εχθρού όπως τον αναχαιτίσουν, δια να προλάβη ο συνταγματάρχης του φρουρίου Βεχίπ βέης και εγείρη χαρακώματα.
   Ο αναλαβών το έργον τούτο στρατηγός Εσσάτ πασάς κατώρθωσε το τοιούτον θαυμάσια και όταν οι Έλληνες εφάνησαν προ των Ιωαννίνων τα χαρακώματα σχεδόν ήσαν έτοιμα και ήτο δυνατόν να αντιταχθή σοβαρά άμυνα…»

                                                     ----------------
[1] Ο Α. Κόρακας είχε παρ’ αυτώ και λόχον ευζώνων υπό τον λοχαγόν Χ.Τρυπογεώργον, τον υπομοίραχον Χ. Καρύδην, τον έφεδρον υπολοχαγόν Ευγ. Λαχανοκάρδην, τους Π. Βασιλείου και Ζωϊτόν, τον ανθυπασπιστήν του ιππικού Α. Αποστολάκον και τον υπολ. Της οικονομίας Περρωτήν. Ιατρούς δε τους Σακαλήν, Ζερβόν, Κράβην, Φωτάκην και Στεφανίδην ως και τον του ερυθρού σταυρού υπίατρον Λεβαντήν, ως και τους πολιτικούς ιατρούς Ποδηματάν και Χρηστίδην.
[2] Θα ήτο παράλειψις εάν δεν ανεφέρομεν τους εκ των Ελλήνων της Αμερικής εθελοντικούς λόχους οι οποίοι επίσης δια της πειθαρχίας, της αντοχής και του ηρωισμού των μάς κατάπληξαν. Οι ενθουσιώδεις νέοι, οι οποίοι εγκατέλειψαν τας εργασίας των και διέσχισαν ωκεανούς, εξεπλήρωσαν μετά παραδειγματικής αφοσιώσεως το προς την πατρίδα υπέρτατον καθήκον.
   Τα 8/10 εξ αυτών έβαψαν με το ευγενές των αίμα το Ηπειρωτικόν έδαφος. Εις τους λόχους των υπηρέτουν εκπληρούντες χρέη αξιωματικών νεαροί λοχίαι της σχολής των Ευελπίδων, οι οποίοι έδιδον το παράδειγμα προς τους στρατιώτας των. Ο λοχίας εύελπις Ρωσσέτης εφονεύθη μαχόμενος όρθιος.
   Επίσης ετραυματίσθησαν οι ευέλπιδες Οικονομόπουλος, Κοτάκης και τέσσαρρες άλλοι.